01 02 03 Dear All, I've got some news: Είμαστε δυο, είμαστε τρεις 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Είμαστε δυο, είμαστε τρεις

34
Ντίαρ ολ,

Ο Sherlock Holmes του BBC δεν επέστρεψε φέτος. Διότι δεν είχε φύγει ποτέ. Κανείς δεν πίστεψε ότι πέθανε, μετά την τελευταία λεκτική αντιπαράθεσή του με τον Moriarty, κανείς δεν ήθελε να αποδεχθεί ότι το σώμα του βρισκόταν ξέπνοο στο πεζοδρόμιο του Saint Barts, κανείς δεν ενδιαφέρθηκε τόσο πολύ για τον τρόπο με τον οποίο οι σεναριογράφοι της σειράς θα δικαιολογούσαν
την "αυτοκτονία" του.
Περιμέναμε δυο χρόνια, μασουλώντας χείλια και παρωνυχίδες, ανοίγοντας με γουρλωμένα μάτια οποιοδήποτε link έδινε κάποια πληροφορία για το αν θα ξεκινούσαν τα γυρίσματα της 3ης σαιζόν, πότε θα ολοκληρωνόταν τα επεισόδια και κυρίως ΠΟΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΘΑ ΤΑ ΠΡΟΕΒΑΛΑΝ (αν ήμουν γκαστρωμένη ελεφαντίνα θα είχα γεννήσει και το ελεφαντάκι θα πήγαινε νηπιαγωγείο).

Τα 6 επεισόδια των δυο πρώτων κύκλων του Sherlock είναι τα μόνα επεισόδια ξένης σειράς που έχω ξαναδεί στη ζωή μου με την ίδια προσήλωση, κάθε φορά, όπως την πρώτη φορά.
Δε μοιάζουν μεταξύ τους, ακόμα κι αυτά που σχετίζονται με τη λύση ενός μυστηρίου, την εξιχνίαση μιας δολοφονίας, τον εθελούσιο εγκλεισμό ενός εγκληματία με μάτι που γυαλίζει σαν κρύσταλλο Βοημίας μέσα στο booth όπου φυλάγονται τα βασιλικά διαδήματα της Μεγάλης Βρετανίας.
 


Η κοινή σταθερά είναι ο Sherlock και η ιδιόρρυθμη συμπεριφορά του: η sui generis παρουσία του. Την φυσική παρουσία του παρατηρούμε, δε μας αφήνει να εισέλθουμε στη ζωή του, ίσως διότι νοητικά δε μπορούμε.

Αρχικά, αυτόν τον Sherlock, όπως τον εμπνεύστηκε και "έχτισε" σταδιακά η τριάδα Gatiss - Moffat - Thompson, τον κοίταζα με έκπληξη, λόγω της τοποθέτησής του στη σύγχρονη εποχή, των ψαρωτικών του παρατηρήσεων και της γρήγορης εξαγωγής θεματικά ιδιόμορφων και ταυτόχρονα σωστών συμπερασμάτων, βασισμένων σε πράγματα που δε θα τραβούσαν την προσοχή του μέσου ανθρώπου.
Μετά από ελάχιστο χρόνο, βρήκα το "ζουμί" της υπόθεσης. Το δικό μου "ζουμί". Δεν είναι μόνο η charme του Benedict Cumberbatch, η βρετανική προφορά του, ο extraordinary τρόπος σκέψης του.



Αλλά ας περάσουμε στο επεισόδιο 2 της τρίτης σαιζόν, που δημιούργησε πολλές συζητήσεις ως προς το περιεχόμενο, τη δομή του και το ύφος του.

Ο John και η Mary, το στήριγμά του για όσο καιρό ο Sherlock θεωρείτο νεκρός, παντρεύονται. Η Mary συμπαθεί στον Sherlock, ο John του προτείνει να γίνει κουμπάρος, αμολώντας του το προφανές, ότι είναι ο καλύτερός του φίλος. Ο εγκέφαλος του Sherlock μπορεί να χωράει τον κόσμο όλο, αλλά δυσκολεύεται να στριμώξει τις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις. Δεν πιστεύει ότι υπάρχει κάποιος που τον θεωρεί τον καλύτερό του φίλο. Όχι επειδή έχει βιώσει την απόρριψη από άλλους. Επειδή ο ίδιος εξ αρχής αποφάσισε να απορρίψει (ή τέλος πάντων, να παραμερίσει), τους άλλους.
Το "δεν είμαι σαν εσάς" είναι αυτονόητο για εκείνον. Δεν προέκυψε από το σνομπισμό του. Σίγουρα διογκώθηκε από το συγκεκριμένο παράγοντα. Στην περίπτωσή του όμως, έγινε ή - το πιθανότερο - γεννήθηκε, κατά δήλωσή του "a highly functioning sociopath".

Αυτός ο άνθρωπος, λοιπόν, καλείται να εκτελέσει τα καθήκοντα του κουμπάρου πριν το γάμο του John με τη Mary. Τα καθήκοντα δεν είναι κάτι γι' αυτόν. Ζορίζεται, όμως, με την παράδοση του "βγάζω λόγο στο γάμο του κουμπάρου μου". Ο οποίος του έχει σώσει τη ζωή, τον έχει "συμπληρώσει" από επαγγελματικής άποψης και τον έχει αγαπήσει, παρά την κατά διαστήματα έπαρσή του, τις ιδιαιτερότητες της προσωπικότητάς του και κυρίως, τον παρεξηγήσιμο τρόπο ζωής και σκέψης του.


Δεν υπάρχει λόγος να επεκταθώ στο background checking του πρώην δεσμού της Mary, ώστε ο John να μην διατρέχει κίνδυνο από κανένα πρώην "μνηστήρα" κατά τον έγγαμο βίο του. Ούτε στον μικρό φίλο του Sherlock, τον Archie, με τον οποίο συζητάει σαν ενήλικας, ενώ κανένας από τους δυο δεν είναι (κυριολεκτικά και μεταφορικά).

Στην αρχή του λόγου του, λοιπόν, ως κουμπάρου, ο Sherlock κάνει το προφανές - για μένα, τουλάχιστον - δηλαδή απαξιώνει το γάμο ως θεσμό, πετώντας διάφορες "χοντράδες" (λες και δεν τον ξέρουμε τώρα). Συνεχίζει, όμως, με την συγκινητική δημόσια εξομολόγηση της αγάπης του προς τον John, τον υπέροχο John που σώζει ανθρώπους, εκεί που ο ίδιος ο Sherlock βλέπει μόνο πτώματα.


Εν τω μεταξύ, στο mind palace του, γίνεται η υποσυνείδητη επεξεργασία πληροφοριών που προέκυψαν από μια υπόθεση με τίτλο "βγήκα ραντεβού με ένα φάντασμα". Η υπόθεση αυτή "έσκασε" το βράδυ του bachelor, όπου τα "αγόρια", είχαν βγει για μπύρες σε δρόμους του Λονδίνου, όπου έχουν βρει πτώματα, που αποτέλεσαν αντικείμενο υποθέσεών τους.



Τελικά η διάρκεια του λόγου παρατείνεται αρκετά, μέχρι να φτάσει στο deduction του, που είναι ότι "απόψε κάποιος θα χαθεί" και "απόψε" είναι ο γάμος του John και δε γίνεται να συμβεί αυτό, δεν πρέπει να συμβεί αυτό στη συγκεκριμένη περίσταση.

Η ουσία βρίσκεται μετά τον εντοπισμό του εν αποπείρα δολοφόνου.
Ακολουθούν απανωτά revelations για το Sherlock και τον χαρακτήρα του.
Αγαπάει να χορεύει, μαθαίνει στην "συγκουμπάρα" να χορεύει, όπως είχε μάθει και στον John κάποτε. Παίζει στο βιολί, τον μοναχικό αντικατοπτρισμό του εαυτού του, μια σύνθεσή του, που έγραψε αποκλειστικά για το ζευγάρι. "Αφήνει" τον John, ένα κομμάτι του, τουλάχιστον, στη Mary.
Δεν πιστεύει ότι χρειάζεται να τον διεκδικήσει από αυτήν.
Παρά τις αντίθετες απόψεις των υπολοίπων, η ζωή τους θα συνεχιστεί όπως και πριν.
Αφήνει το δώρο του, την παρτιτούρα, πάνω στο αναλόγιο, γράφοντας απέξω Dr and Mrs Watson.
Ναι, η Mary είναι το "άλλο μισό" του John πλέον, το αποδέχεται, αλλά πιστεύει/ ξέρει/ έχει την πεποίθηση ότι το μεταξύ τους είναι κάτι άλλο, που δε μπορεί να το αντικαταστήσει (ούτε καν να το μειώσει) μια σύζυγος. Ειδικά αν αυτή είναι τόσο γλυκιά και καλή προς τον Sherlock.

Στο τέλος του μακρύτερου σε διάρκεια λόγου που έχει γίνει ποτέ σε γάμο, ο Sherlock δίνει τον πρώτο και τελευταίο του όρκο: να είναι πάντα δίπλα στο ζευγάρι, να τους προστατεύει (και να τους αγαπάει, αλλά αυτή η λέξη δε βγαίνει από το στόμα του με τίποτα), τώρα μάλιστα που θα είναι τρεις.



Ουπς. Η Mary είναι έγκυος και αυτό ήταν το χαρούμενο deduction της ημέρας.
"Είστε ήδη οι καλύτεροι γονείς, αφού έχετε αντιμετωπίσει ένα μωρό σαν εμένα".
Οι Watsons είναι τρεις. Με τον Sherlock, τέσσερις.
Κάπου εδώ δεν του βγαίνουν τα νούμερα, δεν του "βγαίνει" η "δύναμη της τριάδας".
Δεν τον νοιάζει. Είναι μια από τις ελάχιστες (αν όχι η μοναδική) φορές που γελάει.
Χαίρεται γνησίως για τη ζωή των Watsons.

Το συμπέρασμα: 
Μπορεί να υπερέβη εαυτόν εκείνη την ξεχωριστή μέρα, να εκδήλωσε τα αισθήματά του δημοσίως, μπροστά σε 50 αγνώστους, όμως ο Sherlock παραμένει ο ίδιος.
Φεύγει χωρίς να τον δει κανείς, φορώντας θεαματικά το παλτό του έξω από το χώρο της δεξίωσης, αμέσως μόλις ξεκινάει το κανονικό πάρτυ. Μόνο η Molly τον παρατηρεί και βουρκώνει. Ξέρει ότι ποτέ δε θα μάθει πώς σκέφτεται, γιατί είναι μοναδικός και εξωπραγματικός. Για να μην πω εξωγήινος. Ωστόσο, πάντα προσπαθεί και πάντα θα προσπαθεί να καταλάβει ακόμα και το ελάχιστο τυχαίο προσωπικό του κομμάτι του, που της πετάει ασυναίσθητα πάνω στον πάγκο του εργαστηρίου του Saint Barts.


Επιλέγει να φύγει πάνω στο "καλύτερο", διότι αυτό είναι το "καλύτερο" για τους άλλους. Εκείνος δε μπορεί να κάνει fit - in. Η μοναδικότητα συνεπάγεται ένα τεράστιο βάρος. Συνήθως τη λέξη που διαφέρει κατά ένα μόνο γράμμα: τη μοναχικότητα.


"Είμαστε δυο, είμαστε τρεις", είμαι μόνος μου, γιατί έτσι πρέπει να γίνουν τα πράγματα.
Εξάλλου, τί κι αν είμαι μόνος, πάντα θα επιστρέφω.





35 36 37 38