01 02 03 Dear All, I've got some news: Η Γλυκιά Ζωή 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Η Γλυκιά Ζωή

34
Ντίαρ ολ,

Η "βασίλισσα" των επαναλήψεων από καταβολής ελληνικών τηλεοπτικών σταθμών είναι μάλλον το "Ρετιρέ" του Mega. Από κοντά (πολύ κοντά) ακολουθεί το "Κωνσταντίνου και Ελένης", του ΑΝΤ1. Άλλες σειρές που έχουμε εμπεδώσει χαζεύοντας κατά μέσο όρο 23 χιλιάδες φορές είναι οι "Δυο Ξένοι" του Mega, τα "Εγκλήματα" του ΑΝΤ1, καθώς και - σε παλαιότερες εποχές - το "Δις Εξαμαρτείν" και βέβαια, το "Ντόλτσε Βίτα" (πάλι του Mega).

Δε μπορώ ν' αποφασίσω ποια σειρά από τις πιο πάνω προτιμώ. Ίσως γιατί η παντοτινή μου αγάπη της (ελληνικής) μικρής οθόνης είναι οι "Απαράδεκτοι". Κι αυτό δεν πρόκειται ν' αλλάξει εκτός αν π.χ. συνεργαστεί ποτέ σε ελληνική σειρά ο David Chase με τη Δήμητρα Παπαδοπούλου (όχι και πολύ πιθανό).

Φυσικά και ξεχωρίζω τα "Εγκλήματα" για το μοναδικά υπέροχο μαύρο χιούμορ τους, καθώς και τους "Δυο Ξένους", για τους ξεχωριστούς χαρακτήρες και τις φαρμακερές στιχομυθίες τους (με την εξαίρεση των κουραστικών επεισοδίων με την υπερβολική δόση υστερίας).



'Εχω όμως μια μεγάλη συμπάθεια στο "Ντόλτσε Βίτα". Ενδεχομένως γιατί αποτελεί προϊόν συνεργασίας του Αλέξανδρου Ρήγα ("Δυο Ξένοι", "Στάβλοι της Εριέττας Ζαΐμη") και του Λευτέρη Παπαπέτρου ("Εγκλήματα", "Είσαι το ταίρι μου").

Δεν είναι η πρώτη σειρά του Ρήγα (για τον Παπαπέτρου δεν ξέρουμε σχεδόν τίποτα, οπότε δηλώνω κι εγώ άγνοια), αλλά θυμίζει την εποχή όπου η ελληνική τηλεόραση ήταν πιο φλατ και λιγότερο υστερική, οι παραγωγές πιο προσεγμένες και πιο πλούσιες (λεφτά υπήρχαν, γελάστε όλοι μαζί) και οι ηθοποιοί δεν ξεκινούσαν από ανθυποσελέμπριτις για να παίξουν "μόνιμοι" σε όλη τη σαιζόν, αλλά ήταν πράγματι απόφοιτοι δραματικών σχολών. Σε κάθε περίπτωση ήταν άνθρωποι με βεριτάμπλ ταλέντο, που είχαν επιλεγεί να υποδυθούν τους ρόλους τους για κάποιο λόγο.

Το "Ντόλτσε Βίτα" βλέπεται πολύ εύκολα. Ίσως και πάρα πολύ εύκολα. Το βάζεις και παίζει την ώρα που ξεσκονίζεις, που τσιγαρίζεις κρεμμυδάκι, που βάφεις νύχια ή περιμένεις το θερμοσίφωνα να ζεστάνει. Μέσα στην ελαφρότητά του, όμως, και παρά τα χρόνια που πέρασαν από την 1η προβολή του (Οκτώβριος 1995), διασκεδάζει "τόσο, όσο". Είναι - υπό τη μορφή της κομεντί - κάτι σαν το CSI το βράδυ που πας να κοιμηθείς. Έχει ένα σχετικό ενδιαφέρον στην πλοκή, αλλά δε θα σκάσεις κι αν σε πάρει και ο ύπνος το δεκάλεπτο που ανακαλύπτουν το δολοφόνο.

Με δεδομένο λοιπόν ότι η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης, το "Ντόλτσε Βίτα" φρόντισε να μας μεταλαμπαδεύσει ορισμένες πανανθρώπινες αλήθειες, απαραίτητες για τον άνθρωπο που θέλει να πορευθεί έτοιμος για όλα στην καθημερινή ζωή του.
Κατάφερε να μας διδάξει σοφίες.
Να μας ανοίξει τα μάτια.
(Εντάξει, και λίγο να μας σπάσει τα νεύρα με ορισμένα σημεία της πλοκής, αλλά μπροστά στην τόση  γνώση τί είναι λίγη ενόχληση;)

Τί μας έμαθε λοιπόν το "Ντόλτσε Βίτα";



Για τις γιαγιάδες - νίντζα, όπως η Όλγα Μαρκάτου:
Η (οικόσιτη) γραία - "devil χωρίς Prada" Όλγα Μαρκάτου είναι στην πραγματικότητα πρώην επικεφαλής μυστικών υπηρεσιών και πλέον, μετά τη συνταξιοδότηση, έχει στήσει γύρω από τους ανυποψίαστους συγγενείς της τα εξής δίκτυα:

1. 38 εν ζωή βαφτιστήρες της, που την ειδοποιούν τηλεφωνικά για κάθε "απρεπή" κίνηση των μελών της οικογενείας της. Π.χ. η notorious βαφτιστήρα Μερόπη, κάτοικος Βοτανικού, που περιπολεί τα βράδια τους δρόμους της γειτονιάς της. Κάποια στιγμή π.χ. εντοπίζει τον παρολίγο γαμπρό του Μαρκαταίικου, Αντώνη, με μια "τυχάρπαστη", μια "χαμένη", να βγαίνει μαζί της από ένα μπαρ. Και φυσικά ειδοποιεί αμέσως την κα Όλγα.
Αν η παμπόνηρη Μικρασιάτισσα διοχέτευε αυτό το δίκτυο στις χώρες όπου εκπαιδεύουν τρομοκράτες, θα είχε εκλείψει κάθε κίνδυνος για χτύπημα, σε όλο τον ηλιακό μας σύστημα. Αλλά προτεραιότητά της ήταν η κατασκοπία πάνω στα σόγια της.

2. Οι φίλες της που έχουν παραμείνει στη ζωή (διόμιση με τρεις κυρίες είναι αυτές, η γριά είναι στ' αλήθεια μεγάλη). Έχουν θάψει τους άντρες τους από τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης και πλέον ασχολούνται σχεδόν επαγγελματικά με τα προξενιά. Και τις δύο τις λένε "Θεώνη" και η ενασχόληση με τα προξενιά, έτσι γενικά κι αόριστα, είναι στην πραγματικότητα το κάβερ τους, για να μη λένε στον κόσμο πως το μόνο που τις ενδιαφέρει είναι να βρουν αρσενικό για τη (μεγαλοκοπέλα) εγγονή τους.
Στην προσπάθεια αυτή μπλέκονται ξεδιάντροπα στην προσωπική ζωή των άλλων και αμαρτάνουν ακόμα και κατά τη διάρκεια νηστείας, που τόσο ευλαβικά προσπαθούν να τηρήσουν ("αφού είναι δικό σου το γαλακτομπούρεκο, Ασπασία μου, ας αρτυθώ").

3. Τη γραμματέα Σόφη στο εργοστάσιο που ίδρυσε ο συγχωρεμένος ο άντρας της. Η Σόφη την τρέμει, διότι, αν και η γριά έχει αποσυρθεί επισήμως από τη διοίκηση του εργοστασίου (περίπου απ' όταν κυβερνούσε ο Πλαστήρας), είναι ικανή να τη στείλει στον ΟΑΕΔ, σε περίπτωση που δεν της ρουφιανεύει κάθε "ύποπτη" κίνηση της νύφης της και των υπολοίπων εργαζομένων (σπόντες για απεργίες, καθυστερήσεις στα διαλείμματα, τσουρνέματα πελτέδων από τα καφάσια, κ.λπ.).

Συμπέρασμα: η γιαγιά Μαρκάταινα είναι ο κακός από τον "Αστυνόμο Σαΐνη". Έχει εξάλλου και γάτα, την Τιτίκα.
Όταν έχεις τέτοια περίπτωση γιαγιάς κοντά σου, δεν έχεις πολλές επιλογές. Ή φυλάξου και πήγαινε με τα νερά της, αν είσαι η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα νύφη της (βλ. παρακάτω) ή αλλιώς μάθε να παίζεις την κασέτα των κινημάτων και της οικολογίας, αν είσαι η ονειροπαρμένη εγγονή της (βλ. επίσης παρακάτω). Διότι μαύρο φίδι που σ' έφαγε. Δεν την ξέρεις καλά. Αυτή διέσχισε το Αιγαίο με μια μαούνα (κι επίσης, αυτή "έφαγε" τον Μπιν Λάντεν, μην ακούς τί ισχυρίζεται ο Λευκός Οίκος).




Για τις μεσόκοπες χήρες εργοστασιάρχου, όπως η Χριστίνα Μαρκάτου:
Εκεί που η Χριστίνα Μαρκάτου έχει χηρέψει από 10ετίας και με δεδομένο ότι δε χάρηκε και ιδιαίτερα το γάμο της (με τον Περικλή, που την περνούσε ηλικιακά έναν αιώνα κι ένα μήνα), από ένα μαγικό σημείο και μετά και εντός σύντομου χρονικού διαστήματος (δυο σαιζόν και κάτι), της την πέφτουν κατά σχεδόν χρονολογική σειρά, οι εξής άντρες:
Δηλαδή μόνο εγώ δεν της την έχω πέσει. Αν λοιπόν είστε μεσόκοπη χήρα εργοστασιάρχου, με τυραννική πεθερά, αλλοπρόσαλλη κόρη και δεκαετή εγκλεισμό σε μονοκατοικία του Παλαιού Ψυχικού, μην απελπίζεστε. Υπάρχει η ελπίδα για γκομένισμα μετά την κλιμακτήριο. 

Άλλες πανανθρώπινες αλήθειες που έφερε στο φως η τηλεοπτική ζωή της Χριστίνας Μαρκάτου:






Για τα λαϊκά κορίτσια, που εργάζονται ως οικονόμοι "καλών σπιτιών", όπως η Ασπασία Βαρδάτσικου:
Ασπασία Βαρδάτσικου. Λαϊκό κορίτσι, οικονόμος της οικογενείας. Σεμνή και χαμηλοβλεπούσα.
Παρατηρώντας αυτή τη - σπάνια πια - κατηγορία κοριτσιών, αγνών και παρθένων σαν λάδι Σητείας, συμπεραίνεις τα εξής:


Για τις κόρες εργοστασιάρχου με οικολογική συνείδηση, όπως η Θεοδώρα (Ντορίτα) Μαρκάτου:
Η Ντορίτα δεν τα "παίρνει τα γράμματα". Στην Ιταλία, όπου την είχαν στείλει μετά το λύκειο, προσπάθησε να σπουδάσει μηχανολόγος μηχανικός, μπας κι αναλάμβανε κάποτε το οικογενειακό εργοστάσιο ντοματας. Αντ' αυτού αποφάσισε να ασχοληθεί με την οικολογία και μάλιστα μέχρι το σημείο να θέλει να σπουδάσει ψυχολογία λαχανικών. Τότε γνώρισε τον Αντώνη, επίσης φοιτητή (που επίσης δεν "τα 'παιρνε τα γράμματα") και γύρισαν μαζί στην Ελλάδα.

Μετά τα πολλά ρέιβ πάρτυ που πήγε, αποφάσισε ότι αυτού του είδους η ζωή δεν της ταιριάζει κι αφοσιώθηκε στην προστασία του περιβάλλοντος, αγνοώντας παντελώς το γκόμενό της (και το τί γίνεται πίσω από την πλάτη της). Έτσι είναι αυτά τα σπάνια κορίτσια πλουσίων οικογενειών, που πολεμάνε τον καπιταλισμό, τον καταναλωτισμό και την αστυφιλία. Ασχολουνται κυρίως με:
Το μόνο πράγμα με το οποίο δεν ασχολούνται είναι τελικά ο γκόμενός τους. Και το να βρουν μια day job. 

Στο πλαίσιο της εναλλακτικής, οικολογικής και ελαφρώς αγγελοκρουσμένης κοσμοθεωρίας τους, μαθαίνεις ότι:


Για τις ζωντοχήρες βορείων προαστίων, όπως η Σάσα Παπαδήμα (πρώην Μπουκουβάλα):
Η Σάσα είναι η ΖαΖα Γκαμπόρ της Φιλοθέης, η Τζέσικα Ράμπιτ της Κηφισίας, η γυναίκα που έχει πιάσει το νόημα της ζωής, διανθίζοντας το καθημερινό της πρόγραμμα με τις εξής δραστηριότητες:
Γενικότερα ο τρόπος ζωής της Σάσας είναι βαθιά φιλοσοφημένος.
Π.χ. είναι καλλιεργημένη και έχει πλούσια βιβλιοθήκη, που περιλαμβάνει ενδεικτικά: δίτομη Ελληνική Κουζίνα της Βέφας Αλεξιάδου, τετράτομο ονειροκρίτη, τα άπαντα της Πολυάννας, τα "Ζώδια" του Κώστα Λεφάκη, το "Αυτή είναι η ζωή μου" της Καίτης Γκρέι και τα "Τεκνά του πλοιάρχου Γκραντ" (τεκνά, όχι τέκνα).
Επίσης, διαβάζει Όμηρο μόνο από το πρωτότυπο. Το αντίγραφο, ούτε που να το δει στα μάτια της. 
Επίσης, θα βούταγε άνετα το γκόμενο της κόρης της (αν είχε, ευτυχώς δεν έχει).
Γενικότερα ο τρόπος ζωής της Σάσας συνοψίζεται στο "στήνω ξώβεργες για γκόμενους όπου και όποτε μπορώ".  Παρότι είναι, αχέμ, "πεταχτούλα", αποδεικνύεται ότι και οι λυσσάρες - παρντόν, με υψηλή λίμπιντο - γυναίκες πιστεύουν βαθιά στην έννοια της φιλίας. Έτσι αποδεικνύεται ότι δεν πρόδωσε ποτέ τη φίλη της Χριστίνα, υποκύπτοντας στο ερωτικό κάλεσμα του συγχωρεμένου του Περικλή (περί το '82 είχε γίνει αυτό).




Για τα παιδιά - ρέιβερς, που αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια, όπως ο Χάρης - σύζυγος της Ντορίτας:
Τα παιδιά των '90s με μουσικές και οικολογικές ανησυχίες ανταμώνουν, παρτάρουν, σώζουν σπάνια πουλιά και κάποια στιγμή αποφασίζουν να κάνουν οικογένεια. 
Τα συμπεράσματα από την παρουσία του Χάρη στο σπίτι των Μαρκαταίων είναι τα εξής δύο:


Για τους πρώην φοιτητές της Ιταλίας, με καταγωγή από το Μεσολόγγι, τους άντρες τους βαρείς κι ασήκωτους, όπως ο Αντώνης ο Καλούδης ο βαρκάρης ο σερέτης:
Αντώνης Καλούδης. Η πέτρα του σκανδάλου. Η αρχή του τέλους της περιόδου χηρείας της Μαρκάταινας. Ο φοιτητής που συνάντησε τυχαία τη Χριστίνα Μαρκάτου στην Περούτζα, ένα βράδυ που είχαν κλείσει οι δρόμοι για την Ανκόνα και τη σαγήνευσε με την ομορφιά του (debatable αυτό, αλλά 'ντάξει, σε κάποιες αρέσει ο Ευθυμιάδης) και κυρίως με τα εικοσικάτι χρόνια του.

Αυτός την κυνήγησε, μόλις επέστρεψε στην Ελλάδα, ως οιονεί αρραβωνιάρης της Ντορίτας.
Την αγάπησε, χώρισε τη Ντορίτα (όχι ότι κι αυτή πετούσε τη σκούφια της για τον Αντωνάκη), ζήτησε από τη Χριστίνα να τον παντρευτεί, βρήκε σπίτι για να μείνουν μαζί κι αψήφισε κάθε κοινωνική κατακραυγή που θα προκαλούσε μια τέτοια σχέση.

O άντρας που δε θα καταλάβουμε ποτέ για ποιο λόγο λύσσαξε με την παρολίγο πεθερά του και δεν κατάφερε να την ξεπεράσει ποτέ. Ούτε όταν χώρισαν.

Ο Αντώνης μας έμαθε κυρίως τα εξής:



Την επόμενη φορά που σου έρθει η επιθυμία ν' ανοίξεις την τηλεόρασή σου μεσημεροαπόγευμα και πετύχεις το σαλόνι των Μαρκαταίων, μη βιαστείς ν' αλλάξεις κανάλι, επειδή έχουν περάσει τόσα χρόνια και "πόσες φορές θα το δείξουν πια".
Όλο και κάτι θα έχει να σου πει η "Γλυκιά Ζωή". Όχι τόσα, όσα η ορίτζιναλ, του Φελίνι. Αλλά εδώ που φτάσαμε, γλυκό να 'ναι, κι ό,τι να 'ναι.




35 36 37 38