01 02 03 Dear All, I've got some news: Άντρες και Ομάδες, παρτ γουάν. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Άντρες και Ομάδες, παρτ γουάν.

34


Ντίαρ ολ,

Μετά από απαιτήσεις χιλιάδων αναγνωστών (κι ένα οργισμένο διάβημα στην ελληνική πρεσβεία της Φρουτοπίας), το καψουλομπλόγκ αυτή τη φορά θα ασχοληθεί με το καυτό θέμα «άντρες και ομάδες». Λίγες πληροφορίες και μερικά hints για τη φίλη αναγνώστρια και το φίλο αναγνώστη, για να ξέρει τί να περιμένει κατά περίπτωση.
Γιατί έχουμε κάνει και χουλιγκάνια και γνωρίζουμε.
Και γιατί εμείς επιτελούμε κοινωνικό έργο, σαν τη Τζολί.

Τώρα που το σκέφτομαι, ίσως έπρεπε να δημοσιεύσω το κείμενο με άλλο nickname, π.χ. «Αγριομολόχα», αλλά δε βαριέσαι, δεν κράζω πολύ για να με δείρουνε.

Ή και όχι.


 Βάζελος:
«Εγώ είμαι και του λιμανιού, εγώ είμαι και του σαλονιού», Στράτος, θεός ‘σχωρέστονα. Αρκεί το σαλόνι να είναι απ’ του Βαράγκη, αλλιώς δεν κάθεται, θα πιαστεί ο ποπουδίνος του, όλα κι όλα. Βγαίνει κυρίως σε δυο βερσιόν, την «ποδοσφαιρική» και τη «μπασκετική».

Ο «ποδοσφαιρικός» είναι παλαιού τύπου. Και 19 χρονώ να είναι δηλαδή, πάλι παλαιού τύπου τον λες. Ξέρει να λέει τη μπάλα, μπάλα και το μπάσκετ, μπάσκετ. Οι των βορείων προαστίων (οι μόνοι που μένουν κοντά ΟΑΚΑ και έτσι το ψήνουν σοβαρά να πηγαίνουν γήπεδο με αυτό το ρόστερ) βγάζουν διαρκείας με βαριά καρδιά και στάνταρ μαζί με τον αδερφό τους, πάντοτε με την ελπίδα ότι, κάποια στιγμή «θα το σηκώσουν» και τότε θα θέλουν να βρίσκονται με κάποιον από την οικογένεια για να μοιραστούν την ανέλπιστη χαρά.

Στην πορεία ευχαριστούν την τύχη τους, που ο αδερφός τους, που δεν πολυασχολείται, είχε διάθεση να σκάσει 300 (συν) ευρά για να βλέπει τον Τοτσέ να σέρνεται στα ¾  των αγωνιστικών, έτσι, γιατί η οικογένεια είναι το πιο ιερό πράμα που υπάρχει. Και ποιος είναι πιο κατάλληλος από ένα συγγενή δευτέρου βαθμού, για να τους ηρεμεί τα νεύρα σε κάθε χαμένη ευκαιρία (ανά δεκάλεπτο δηλαδή).

Στα διαλείμματα της δουλειάς χαζεύει στο σάιτ της Nautica και της Aquascutum (που σετάρονται καλύτερα με το γιοτ που σκοπεύει να πάρει στα 50 του). Αν είναι πιο «αλάνι», προτιμάει τη Napapijri, που ‘χει και ζεστές φόρμες, για τη μηχανή, μωρέ, που τη χτυπάει το αγιάζι στην Κύμης.

Έχει κρυφό όνειρο «μπωτέ» να πηγαίνει κάθε μέρα για ξύρισμα στο μπαρμπέρη. Βασικά ήδη πάει μια φορά κάθε δυο βδομάδες, αλλά δεν το λέει σε κανένα, μην τον κοροϊδεύουν, το Ντον Ντρέηπερ του Πανοράματος Βούλας. Κι αν έχει απαρχές καράφλας, καθόλου δεν τον νοιάζει, γιατί μπορεί μια μέρα να μοιάσει του Μίμη του Δομάζου.
Έχει κουραστεί από τις διχόνοιες μέσα στην ομάδα και ήταν για καιρό στα όρια του «δε μιλιόμαστε» με τον κολλητό του για το καυτό θέμα «είναι ο Αλαφούζος μαλάκας ή όχι». Η διαφήμιση με το Λαυρέντη του διέλυσε και τις τελευταίες αμφιβολίες.

Όταν ήταν μικρός του άρεσε ο Μάικολ ο Τζάκσον, αλλά τώρα ακούει Mumford and Sons και διαβάζει New Yorker, γιατί, ως γνωστόν, το Μαρούσι το λες και Upper East Side της Αττικής. Και καλά δεν αγοράζει ποτέ τη «Ντέρμπι», αλλά μόλις το βρει στην παραλία, το βουτάει και δεν προσέχει ούτε τα περιφερόμενα γύρω του μπραζίλιαν.

Έχω έναν καλό φίλο «ποδοσφαιρικό», για δυο χρόνια δε μ’ είχε αφήσει να δω σοβαρό αγώνα, όλα τα Α.Τ. της Αττικής έχω γυρίσει για να τον βγάζω έξω.

Ο «μπασκετικός» είναι πιο χορτασμένος από τη ζωή και τ’ αποτελέσματα των αθλητικών διοργανώσεων. Περιέφερε (μέχρι πρότινος τουλάχιστον) με καμάρι το διαρκείας του, κυκλοφορούσε μονίμως με σηκωμένο φρύδι και είχε την αυτοπεποίθηση στα ουράνια, ιδίως μπροστά στους γάβρους. Φέτος έβγαλε ξανά διαρκείας, γιατί είναι πιστός στο όραμα της ομάδας και στα έξι αστέρια της και στο σατέν της γραβάτας του Θανάση του Γιαννακόπουλου κι άμα πετύχει πουθενά το γιο Γιαννακόπουλο θα τονε δείρει χωρίς έλεος, αν και κατά βάθος είναι κατά της βίας.
Να πηγαίνεις μαζί του στο μπάσκετ, να βλέπεις κι εσύ το Μήτσο το Διαμαντίδη, καλό θα σου κάνει (δε μπορώ να μην είμαι biased, ok?).

Διατηρεί tumblr κι εκτιμά βαθιά και το Γιώργο Καραγκούνη. Κατεβάζει tera με σειρές και τις βλέπει, εναλλάξ με ΝΒΑ. Λα-τρεύ-ει Βλάσση Μπονάτσο και θέλει ν’ ακουμπήσει το δεξί του μάγουλο πάνω σ’ ένα κολάν της Ρένιας.
Στις τελευταίες εκλογές το ‘ψησε πολύ να το ρίξει «Παναθηναϊκή Συμμαχία». Μετά θυμήθηκε το Λαυρέντη, τον Αλαφούζο, το Τζίγγερ, το Γεωργιάδη (του Χαραλάμπους) και τέλος πάντων θόλωσε ο άνθρωπος και δε θέλει να πει τί ψήφισε, λυσσάξατε.

Η τελευταία φορά που έκλαψε ήταν φέτος το καλοκαίρι, που έφυγε ο Ζοτς. Του ‘γραψε και ποίημα. Μετά το έκαψε στο τζάκι, έριξε στο κρύσταλλο ένα μπράντυ (κι ας είχε έξω 40 βαθμούς), κάθισε στην Τσέστερφηλντ, ατένισε το σαγρέ τοίχο με τις βίντατζ χαλκογραφίες και ψιθύρισε: «ούτε η Βίρνα δε με πλήγωσε έτσι».


Γαύρος:
Κατά βάση ποδοσφαιρικός τύπος. Αν είναι μπασκετικός, σημαίνει ότι παρέμεινε πιστός στα πέτρινα χρόνια, οπότε κράτα τον σίγουρα, δε μπα να ‘χει διακόσα κουσούρια, πού θα ξαναβρείς άνθρωπο με τέτοια υπομονή κι επιμονή. Για να περιμένει τόσο καιρό ν’ ανακάμψει η ομάδα στο μπάσκετ είναι ικανός να περιμένει μέχρι και να σου φύγει η κυτταρίτιδα.

Επίσης, νομίζει ότι ανήκει στον «περιούσιο λαό» και πιστεύει βαθιά ότι αυτός δε φανατίζεται, είναι cool σαν τον Μπιλ Μάρεϊ και διαφέρει από το μέσο χουλιγκάνο συν-οπαδό του. Όσο πιο πολύ το πιστεύει αυτό, τόσο πυκνώνει τις μηνιαίες επισκέψεις του στα αντρικά του Άττικα. Διότι νομίζει πως τα ράσα κάνουν τον παπά και ότι μ’ ένα La Martina χαραγμένο στο τισέρτ θα μοιάσει στο μπασκετικό βάζελο. Χεχ, όχι.

Συχνά ο μπασκετικός γαύρος ασχολείται και με NBA, γιατί ένα φεγγάρι είχε περάσει ο Πρίντεζης από τα ντραφτ κι έκτοτε το θεώρησε ιερή του υποχρέωση να παρακολουθεί την πορεία αυτού του λαμπρού τέκνου του Μπραχαμίου και μετά ανακάλυψε έναν, να δεις πώς τον λένε, Λεμπρόν Κάτι, νομίζω, κι αναλογίστηκε «μα τί παιχτούρες έχουν στην Αμέρικα, όχι σαν εμάς εδώ». Όχι ότι ο Μπακατσιάς ήταν ποτέ κακός στα ρημπάουντ, όχι.
Καλά, αν στο πει ποτέ αυτό, κλείσε του ένα ραντεβού στον οφθαλμίατρο, μόνο έτσι θα σώσεις τη σχέση σου.

Επίσης, αν φέτος σου παρουσιάσει κανένα σύνδρομο άκριτης επανάληψης της φράσης «είμαστε ευρωπαϊκή ομάδα», πες του ότι μ’ ένα σερτς «olympiakos» στο τουμπουλουρού δε βγάνει παρά μόνο περσινά αποτελέσματα και μια φωτογραφία του Τζέραρντ.

Τώρα, αν είναι «ποδοσφαιρικός» (το πιθανότερο), δεν υπάρχει περίπτωση να μην προσπαθήσει να σε πείσει ότι είναι «παιδί του λαού», έστω κι αν τον λένε Πάρι Κασιδόκωστα (δεν ξέρω τί ομάδα είναι ο Πάρις, να ρωτήσουμε την αδελφή Όλσεν που τον έχει φεσωθεί αυτή την περίοδο). Ναι μωρέ, γεννήθηκε στον Πειραιά, σπούδασε στο λιμάνι και είναι άντρας στην καρδιά, που τραγουδούσε και το Αλικάκι στην «Αγάπη μας».

Φράση – τσίχλα: «εγώ δεν είμαι κωλόγαυρος, σαν τους άλλους». Αν θέλεις να το πιστέψεις, ΜΗΝ. ΠΑΣ. ΠΟΤΕ. ΜΑΖΙ. ΤΟΥ. ΣΤΟ. ΓΗΠΕΔΟ. Ακόμα και καντάδα να σου είχε κάνει – την προηγούμενη του αγώνα – μέσα σε γόνδολα, ραίνοντάς σε με άνθη βουλγάρικης τριανταφυλλιάς, θα βγει ο άλλος του εαυτός και για πότε θα θυμηθείς απέξω όλους τους στίχους από τις «Αντρικές Γουρουνιές» των Ημισκουμπρίων, ούτε που θα το καταλάβεις.

Φέρει το σύνδρομο «δεν υπήρξε ποτέ καμία Παράγκα» και για το λόγο αυτό καλό είναι - για βασικά θέματα - να ζητάς την άποψή του γραπτά, με θεώρηση γνησίου υπογραφής από ΚΕΠ. Έχει ως πρότυπο ζωής τον Γιώργο Κοσκωτά και τον Πεπ Γκουαρντιόλα. Ταυτόχρονα.

Μια φορά έκλαψε στο σινεμά. Στο «Ράμπο» το δύο. Ένα τσουλούφι του Σταλόνε πλαισίωνε τόσο λυπητερά την ιδρωμένη του μπαντάνα, που κι από πέτρα να ήσουν, θα είχες λυγίσει. Όχι ότι δεν καταλαβαίνει κι από ποίηση, έχει διαβάσει και το Μονόγραμμα (=άκουσε αποσπάσματα στους «Δυο Ξένους»).

Σούπερ sos: αν σου πει ποτέ ότι συμπαθεί το Μήτρογλου, τσέκαρε το τσιμπιδάκι των φρυδιών σου για γενετικό υλικό. .

Επίσης, αν ο πατέρας σου είναι άλλη ομάδα και θες να του τον γνωρίσεις και να τα πάνε καλά, βάλε του πατρός – προληπτικά – ένα χεράκι, μην αρχίσει μπροστά του τα 70s ανέκδοτα τύπου «ποιο είναι το μεγαλύτερο τηγάνι», γιατί σε βλέπω να μένεις χωρίς ανταύγεια, προκειμένου να τους χωρίσεις την ώρα του ξύλου.

Αν αποφασίσετε να παντρευτείτε, απότρεψέ τον από την παρακάτω ιδέα, εκτός αν θέλεις να γίνετε viral/meme/νούμερο, πώς το λένε, σε όλα τα ίντερνετς. 
  



Αεκτζής:

Στο πορτοφόλι του έχει μια φωτογραφία ταυτότητας της μάνας του και μια του Στέλιου του Καζαντζίδη, επί εποχής «Υπάρχω», δηλαδή πάνω κάτω απ’ όταν «υπήρχε» και η ομάδα του. Έχει τη γκρίνια του ιχθύ (για όσους ξέρουν από ζώδια) και τη συναισθηματική σταθερότητα του υδροχόου (ομοίως).

Διακόσα χρόνια γκρίνια, με το δίκιο του βέβαια, διότι ομάδα μοντέλο, με τη μετατροπή του «Πρίγκιπα» Ντούσαν σε «Βάτραχο», άρχισε να μοιάζει με κάτι άλλο, κι από τότε σιχτιρίζει.
Στο σχολείο καθόταν με τον άλλο αεκτζή του τμήματος (αναγνωρίζονται όλοι άμεσα μεταξύ τους, με το βλέμμα «έχω κλάψει κι εγώ βλέποντας Νίκο Ξανθόπουλο») και σνόμπαραν ασύστολα βάζελους και γαύρους, επειδή αυτοί έβλεπαν τότε ποδόσφαιρο της προκοπής.
Ήρθε όμως το πλήρωμα του χρόνου κι από «άρχων του γρασιδιού» μετατράπηκε σε ταπεινό χαμομηλάκι, που το τσαλοπάτησε η μπουλντόζα του καπιταλισμού και ο μπαρμπα-Σωκράτης.

Αγαπημένο φεστιβάλ: ΚΝΕ – Οδηγητής, κατά βάση όταν εμφανίζονται Βασίλης Παπακωνσταντίνου και Σούλα Βαζούρα, την ίδια μέρα, σε άλλο stage.

Υποφέρει από τρο-με-ρές ενοχές, που την ημέρα που έκανε σώπατο τη Φιλαδέλφεια ο Άη Γιάννης ο Κατεδαφιστής, ενώ ήταν για καφέ με τους συμφοιτητές του στο Μοναστηράκι, βαρέθηκε να πάρει το τρένο να πεταχτεί μέχρι τον τόπο του εγκλήματος και να περιμαζέψει μια πετρούλα, ως ενθύμιο. 

Κάθε Μάιο υπογράφει συμβόλαιο με όλο του τον κοινωνικό περίγυρο ότι δεν πρόκειται να ξαναπάρει διαρκείας/δει αγώνα/αγοράσει την «Ώρα για Σπορ», κάθε Αύγουστο όμως τον ξανατουμπάρουν το συναίσθημα και τα puppy eyes του Χατζηχρήστου. Φέτος το καλοκαίρι υπέφερε, διότι ήθελε να στείλει οικονομική βοήθεια στην ομάδα και είχε χαλάσει το φαξ της δουλειάς και κανείς δεν το ‘φτιαχνε κι επουδενί η ΠΑΕ να κανονίσει να γίνεται με email αυτό το πράμα.

Η χρόνια ακρόαση Στέλιου σε συνδυασμό με τις αναμνήσεις των (πολύ) περασμένων μεγαλείων της ομάδας του, τον έχουν καταστήσει συναισθηματικό όσο και η «Μαρία της γειτονιάς».
Ζει το δράμα της χαμένης πατρίδας, έστω κι αν είναι Κηφισιώτης αναντάμ μπαμπαντάμ. Στην ιστορία της γ΄ λυκείου έκλαιγε πάνω από το κεφάλαιο της Μικρασιατικής Καταστροφής και μετά όταν έπεσε το θέμα στις εξετάσεις δε θυμόταν τίποτα, εκτός από εκείνο το γκολ του Σαραβάκου με τη Rangers. Με ύφος Μπάιρον Πολύδωρα η αναπόληση. «Οι Ρέεεεεηντζερζζζζζ»!
Μετά σκέφτεται «Πολύδωρας», μπρρρ, τρόμος, «ας κανονίσουμε μια πορεία τσάκα τσάκα κατά της καταπίεσης του κουρδικού λαού, στην Αλεξάνδρας μόνο να είναι, να περάσουμε κι απ’ το δωματιάκι».

Να έχεις πάντα μαζί σου χαρτομάντιλα, γιατί και μέσα στην καλή χαρά να είστε, το λαχείο να έχει μόλις κερδίσει, εκεί που περπατάτε στην Ακαδημίας μπορεί να δει να βγαίνει από ένα καφενείο ο ταμίας της Ερασιτεχνικής (φίλος κι αδερφός) και να θυμηθεί το χαμένο στα χαρτιά πρωτάθλημα του ’08 και την άπονη ζωή που τον πέταξε στου δρόμου την άκρη και τον αδίκησε, να βγάλει απ’ την τσάντα το τζουρά, να πιάσει το μοιρολόι, να εμφανιστεί κι ο Ξαρχάκος ως μαέστρος κι εσύ να μην έχεις ντυθεί «Ειρήνη-Παππά-τσουρομαδιέται-μόνη-της-για-το-αυτοσχέδιο-μνημόσυνο».

Tip: στο τρίτο αυθόρμητο «είναι διαφορετικό να είσαι ΑΕΚ» που θα σου ξεφουρνίσει στο άσχετο μέσα σε μια μέρα, να έχεις υπόψη σου ότι πάλι άφησε άπλυτα τα πιάτα. 

- Συνεχίζεται - 


-       

35 36 37 38