01 02 03 Dear All, I've got some news: Η Πριγκίπισσα της Αποκριάς. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Η Πριγκίπισσα της Αποκριάς.

34

Ντίαρ ολ,

Όταν η αδερφή μου κι εγώ ήμασταν μικρές, ποτέ δε θυμάμαι να μας έντυναν μασκαράδες την Καθαρή Δευτέρα, ίσως γιατί η πλαστικούρα της «Πριγκίπισσας της Νύχτας» ήταν too much για δεύτερη φορά μέσα σε 15 μέρες (η δεύτερη ήταν την Τσικνοπέμπτη), ίσως γιατί η μάνα μας βαριόταν, ίσως γιατί δεν κάναμε ποτέ κάτι ιδιαίτερο εκείνη τη μέρα, εκτός από το να τρώμε λουμπίνια (δεν ξέρω πώς τα λένε στην υπόλοιπη Ελλάδα, είναι κάτι οσπριοειδείς καρποί στο χρώμα της ώχρας, με παχύ φλούδι που το κάνεις γκλιτς ανάμεσα στα δάχτυλα και βγαίνει και το τρως και θες άλλα 200 μίνιμουμ να χορτάσεις).

Γενικώς οι Απόκριες είναι ένα θέμα που διχάζει τον ελληνισμό (όπως και άλλα, μυριάδες, πιο σοβαρά όμως), γενικώς εμένα δε με χαλάει, αρκεί να μην είναι τίγκα στο συνθετικό, υλικό και κέφι, that is.

Φέτος ο «εορτασμός του τριήμερου της Αποκριάς» ήταν εξεπσιονέλ, διότι ενώ κατέβηκα στα πάτρια την προηγούμενη Πέμπτη (για δουλειά φυσικά), επέστρεψα την Παρασκευή το βράδυ (για δουλειά φυσικά), σε μια Αθήνα όπου είχε τόσες άδειες θέσεις πάρκινγκ βγάζει, όσες βγάζει το ΟΑΚΑ μετά από κατάτμηση. Πήγα δε στο γραφείο το Σάββατο (για δουλειά φυσικά), πήρα και δουλειά στο σπίτι (φυσικά) και κάπως έτσι πέρασαν οι καρναβαλικές ώρες.

Παράπονο δεν έχω βέβαια, καθόσον στα ενδιάμεσα του διαβάσματος και του γραψίματος που μου επιβάλλει το δικηγορικό «λειτούργημα» (μια άλλη ώρα θα το συζητήσουμε αυτό), έκανα και ορισμένες δραστηριότητες, που περιλάμβαναν κυρίως φαΐ, αλλά τί να κάνεις, άμα είναι να σε περάσουν για ακατάδεχτη, θα τη σπάσεις τη Ντουκάν/Γιουκάν (ούτε καν, στην περίπτωσή μου).

Το μεσημέρι του Σαββάτου πήγα μετά τη δουλειά στης φίλης Εγκύου, όπου ο Τ.Σ. (Ταλαίπωρος Σύζυγος) είχε μαγειρέψει του κόσμου τα καλά (κι η Έγκυος μια χορτόπιτα κι επίσης έκοψε το λάχανο, μην την αδικήσω, στην κατάστασή της). Αφού φάγαμε τον άμπακο (η πορεία της συγκεκριμένης εγκυμοσύνης θα αναλυθεί στο ειδικό section του blog «θηλαστικά και χωρητικότητα στομάχου, δεδομένα και προκλήσεις»), έβγαλα ένα μίνι-λόγο για το πόσο καλός ηθοποιός είναι ο Μπένεντικτ (ο Κάμπερμπατς, ντε) και έπρηξα τα ούμπαλα ολωνών με το πόσο urgent είναι να δουν το Sherlock. Εντός ολίγου μ’ έστειλαν σπίτι, να ξεκουραστώ, γιατί μάλλον με είχε πειράξει το jet lag της πτήσης απ’ το Ηράκλειο (ή τα φιστίκια της ετζίαν).

Το Σάββατο το βράδυ πήγαμε μεγάλη παρέα στο Closer, δω δίπλα απ’ το σπίτι μου, όπου έπαιζε μουσική ο παλιός μου συμμαθητής από τα γαλλικά, ο Mr Soundblender, ήπιαμε το ποτάκι μας, ακούσαμε την πολύ ωραία μουσική (που ήταν και στη σωστή ένταση, για να μην ξελαρυγγιάζεσαι, όταν μιλάς στο διπλανό) και περί τις 2 απεχώρησα, γιατί είχα και κυριακάτικο πρωινό ξύπνημα (φυσικά για δουλειά).

Την Κυριακή το μεσημέρι πήγαμε με Έγκυο, Τ.Σ., Θάλεια και Julia, στης Διπλανής (από το γραφείο) στο Πόρτο Ράφτη, όπου εξοχικό με τζακούζια μας είχαν τάξει, ένα δίπατο με μια ελιά και μια λεμονιά βρήκαμε. Πριν ζητήσουμε τα λεφτά μας πίσω, ήρθε κι άλλος κόσμος (καλός, δε μπορώ να πω), ρημαδοφάγαμε κάτι starters και μετά την πέσαμε σε κάτι σουβλάκια, θαυμάζοντας τη φύση και τον πορτοραφτιώτικο ουρανό, που έκανε αντηλιά βέβαια, αλλά με τα σουβλάκια μας πέρασε κάπως η ενόχληση, γιατί κοιτούσαμε το τραπέζι κι όχι τον ουρανό.

Η προίκα της Διπλανής τελικά δεν είν’ το εξοχικό, αλλά η δημιουργική φαντασία της, που την έκανε να ξυπνήσει κυριακάτικα απ’ τις 9, για να στολίσει το τραπέζι με σερπαντίνες και σφυρίχτρες, να διπλώσει χαρτοπετσέτες, να στολίσει τις twix (γιατί αλλιώς δεν θα τις τρώγαμε) και να ψήσει δυο κέικ. Τυχερός όποιος τηνε πάρει (προσωπικά πιέζω τους γονείς της για ένα τζακούζι, όποιος θέλει ας βοηθήσει λίγο προς την κατεύθυνση αυτή).

Είχαμε μαζί και τρία παιδάκια, ένα 10 μηνών, ένα 3 χρονών κι ένα 4 (τα τελευταία αδέρφια). Το μικρό ευτυχώς δεν φαίνεται να πήρε τη γκρίνια της μάνας του, παρά μόνο την αδυναμία της στα κολιέ, που τα χρησιμοποιεί όμως αντί πιπίλας (μασάει μισό Αξεσοράιζ στην καθισά του). Το 3χρονο ήταν ντυμένο Μίκι Μάους και το 4χρονο Σωματοφύλακας (Ντ’ Αρτανιάν), αλλά σε ερώτηση κάποιου «τι ντύθηκες;» απάντησε «Τερματοφύλακας», που είναι και πιο λογικό, εδώ που τα λέμε (σιγά μη σου λεγε και «βόδιγκαρντ»).

Από κει φύγαμε νωρίς, γιατί όσοι είχαν μείνει τα προηγούμενα βράδια είχαν χωθεί σε εργασίες συντήρησης (μόνο μπογιάντισμα δεν τους ζήτησε) και επικαλεστήκαμε την κατάσταση της Εγκύου για να εξαφανιστούμε πριν έρθει με το πιστόλι σιλικόνης η Διπλανή και μας παρακαλέσει να περάσουμε ένα χέρι τα πλακάκια του μπάνιου. Να δω άμα γεννήσει η Έγκυος τί δικαιολογίες θα έχουμε για να λουφάρουμε.

Μετά την απογευματινή/βραδινή δουλειά στο σπίτι, πήγα στη Σ, όπου είχε κάλεσμα για Oscars night. Aπλωθήκαμε σε καναπέδες, σκαμπώ και πατώματα (για μένα, όσο πιο χαμηλά, κάθομαι/πέφτω, τόσο καλύτερα) κι αρχίσαμε το κουτσομπολιό για τις εμφανίσεις στο κόκκινο χαλί, πριν την έναρξη της τελετής απονομής (αχέμ, όχι ότι δε μας ένοιαζαν τα βραβεία per se – ίσα που είχα δει το 1/5 των υποψήφιων ταινιών, με τη μία να είναι έτσι κι αλλιώς το «Χάρυ Πόττερ»). Πότε η Νόβα δεν είχε ήχο, πότε το Ε! Εντερτέινμεντ γινόταν εκνευριστικό με τα φάσιον πολίς πάνελς του (δηλαδή αν η κόρη Όζμπορν μπορεί να κρίνει άουτφιτς αλλονών, εγώ μπορώ να διδάξω μπέιζμπολ). Οι γάτες της Σ μάς περιτριγύριζαν ανέμελες, μέχρι τη στιγμή που «έπαιξε» κονσέρβα στο μενού και τέτοια χαρά δεν έχω ξαναδεί σε ζωντανό που το φωνάζεις για φαΐ (καλά, ψέματα, έχω δει τη φίλη Έγκυο όταν της πας πεσκέσι πραλίνες. Όχι ότι εγώ είμαι καλύτερη, βέβαια).

Μεγάλες διαφωνίες δεν είχαμε ως προς τις υποψηφιότητες και την επιτυχία/αποτυχία των εμφανίσεων. Πρώτον διότι την παράσταση έκλεψε ο Σάσα Μπαρόν Κοέν (η βρωμο-attention whore, κατάφερε να κάνει τον παρουσιαστή να στραβώσει big time), δεύτερον διότι δεν ενεφανίσθη η γνωστή βυζόμπαλη σταρ – φαντασίωση κάθε αντρός, για να μας συγχύσει βραδιάτικο (ξέρετε όλοι/όλες ποια είναι αυτή και τί διχασμούς προκαλεί ανάμεσα στους απλούς πολίτες), τρίτον γιατί το Ράιαν τον είχαμε κλάψει από πριν (οι γυναίκες), τέταρτον διότι μας αποπροσανατόλισε ο κώλος της Τζέι Λο (που κάθε χρόνο αυξάνεται σαν επιτόκιο καταναλωτικού δανείου) και πέμπτον διότι νυστάζαμε όσο δεν πήγαινε από ένα σημείο και πέρα (κατά τις 4 η Ν αποχώρησε για ύπνο, η άλλη Ν την έπεσε διακριτικά στον καναπέ, κάνα 10λεπτο μετά είπα να φύγω κι εγώ, γιατί είμαι γυναίκα του ξενυχτιού και δεν υπολογίζω).

Το συμπέρασμα ήταν ότι νεξτ γίαρ πρέπει να πάω από Λος Άνχελες, διότι όσο καφέ και να ρουφήξω, ακόμα και στο παρά 5 της τελετής, πάλι θα νυστάξω και θα χάσω όλα τα sos. Να τονίσω στο σημείο αυτό το πόσο τα πήρα στο κρανίο που ο Γκάρις ο Όλντμαν δεν το σήκωσε για το Tinker, Tailor, κ.λπ. (έκανα ήδη ένα οργισμένο τουήτ, που έκαμε τα μούτρα των κριτών της Ακαδημίας, κιμά μόσχου) και επίσης για το ότι ο Χάρυς ο Πόττερ δεν πήρε τίποτις, δηλαδή ούτε μισό Όσκαρ οπτικών εφέ, ασπούμενε. Δεν το ‘χω δει το Hugo, αλλά απ’ ότι έχω μάθει, στη συγκεκριμένη ταινία δε χρειάστηκε να αφαιρέσουν τη μύτη από τον Ρέιφ Φάινς και να τον κάνουν να μοιάζει με βλογιοκομμένη νυφίτσα με τριχοφάγο, δηλαδή σιγά το επίτευγμα (θα τα διαβάζει τώρα αυτά η Hugo aficionada, το Παιδί, και θα θέλει να με χαστουκίσει όσο η Αθήνη – Τσούνη τη Δήμητρα Λιάνη).

Η Καθαρή Δευτέρα κύλησε χαλαρά, με δουλειά (δεν είμαι workaholic, απελπισμένη είμαι), χωρίς σαρακοστιανά, γιατί τα σιχαίνομαι (το γαριδοπίλαφο δεν πιάνεται) είδα και δυο επεισόδια Homeland στα ενδιάμεσα (σαν το Σέρλοκ, τίποτα) και το βράδυ πήγαμε στο 42 με τη Miss L, το Ν, τον Κ και τη Μ, για ν’ ακούσουμε το δράμα που ζει ο Ι, πολύ καλό παιδί, κορίτσα, στον ουρανό τονε ψάχνατε, στη γη θα ‘ρθει να σας βρει, αθλητικός τύπος, επί χρόνια πρωταθλητής Αράχωβας και Κουρσεβέλ στο σκι, για πληροφορίες και φωτογραφίες με τις απονομές μεταλλείων από τους Δημάρχους Αράχωβας και Κουρσεβέλ (και μπόνους φωτογραφία πρωταθλητού με Γιάννα Αγγελοπούλου – Δασκαλάκη), στείλτε email να προωθήσω. Παρεμπιπτόντως, όσοι πάτε αυτές τις μέρες Αράχωβα και παρκάρετε κάτω από το χιονοδρομικό, κρεμάστε εκατέρωθεν στα φτερά του αυτοκινήτου και δυο παλιά λάστιχα, γιατί λιώνουν οι πάγοι, γλιστράνε τ’ αυτοκίνητα, κολλάνε μεταξύ τους και δε θες να δεις το clio να κάνει το ζαμπόν ανάμεσα σε δυο φέτες Τσερόκι.

Η πρώτη μέρα της Σαρακοστής έκλεισε στο 42, χωρίς μασκαραλίκια, με ένα μικρό μόνο πρόβλημα στην επιστροφή, λόγω των θυελλωδών ανέμων στην Ιπποκράτους (ευτυχώς που είχα φάει κάτι παραπάνω και με κρατούσαν τα πόδια μου στην άσφαλτο). Και να μ’ έπαιρνε, βέβαια, και να με σήκωνε, η Αθήνα είναι όμορφη από ψηλά, δε μπα να λέτε. Κι ας τη βλέπουμε πλέον ολοχρονίς μασκαρεμένη, ξεπεσμένη «Πριγκίπισσα της Νύχτας».

Ετικέτες , , , , , ,

35 36 37 38