01 02 03 Dear All, I've got some news: Η ζωή των άλλων. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Η ζωή των άλλων.

34

Ντίαρ ολ,

Το νέο έτος (μας) μπήκε, χωρίς πολλές δραστηριότητες (μ’ αυτόν τον καιρό εκτός από το κρυώνινγκ, το ξαπλώνινγκ και το σούπινγκ τί άλλο να κάνεις, αν δε σ’ αρέσει το σκι), δεν πήγα δηλαδή πουθενά, δεν έφαγα κάτι αξιοσημείωτο, δε διασκέδασα σε καινούργιο/παλιό μέρος και μέχρι να περιοριστούν οι επαγγελματικές υποχρεώσεις, κάπως έτσι θα συνεχιστεί η ζωή. Ωστόσο, σε μια κρίσιμη στιγμή πηξίματος, μια Τετάρτη μεσημέρι, μετά τη χώνεψη, έπεσε στην αντίληψή μου το παρακάτω άρθρο του Σπιτόσκυλου και κυρίως το περιεχόμενο σ’ αυτό βίντεο.

Ως βεριτάμπλ κουτσομπόλα, προφανώς και γνώριζα για τον γάμο που «διαφημιζόταν» (;) «υπενθυμιζόταν» (;) ή εν πάσει περιπτώσει, απεικονιζόταν, στο εν λόγω βίντεο, ωστόσο δεν είχα πέσει ποτέ πάνω στο ίδιο το βίντεο, δεν ήξερα καν την ύπαρξή του και η εντύπωση που μου προκάλεσε (δάκρυα κακαριστού γέλιου) ήταν τόσο έντονη που για πρώτη φορά είπα ότι ένα τέτοιο διαμάντι του short film-making (δεν ξέρω πώς αλλιώς να το χαρακτηρίσω δόκιμα) δεν πρέπει να πάει άκλαυτο, να χαθεί στα ίντερνετς, βρε αδερφέ, έτσι, ασχολίαστο από μέρους μου (κι από μέρους ολονών δηλαδή).

Δε θα σας διευκολύνω με πριντ σκρην, αφενός γιατί δεν το ‘χω με αυτές τις προχωρημένες (για μένα) λειτουργίες του office, αφετέρου γιατί είναι καλύτερο να το δείτε ολάκερο (besides, όποιος βλέπει, ξαναβλέπει) πριν την περιγραφή που ακολουθεί. Αν και στην προκειμένη περίπτωση η εικόνα μετράει όσο εκατομμύρια λέξεις.

Μια ελληνική σημαία ανεμίζει στον αττικό (μάλλον, δεν παίρνω όρκο) ουρανό. Ένα γιοτ φαίνεται στη θάλασσα, μέσα από μια πικροδάφνη. Είναι το πρώτο χιντ που παραπέμπει στην εφοπλιστική οικογένεια του γαμπρού (φωνή ελληνίδας μάνας: πού τους βρίσκουνε αυτές κι εσύ δεν ανοίγεις ποτέ τα γκαβά σου). Όσο το μουσικό χαλί του Clint Mansell – ω, ναι το γνωστό, το Requiem for a Dream, λες και δεν ξανασυνέθεσε τίποτα άλλο ο έρμος – ξεδιπλώνεται πίσω απ’ τα εναλλασσόμενα πλάνα της πικροδάφνης (που παίζει κάποιο μυστηριώδη ρόλο) και των Προπυλαίων της Ακρόπολης (που δεν παίζουν κανένα ρόλο), η μπάσα φωνή του παπα-Φώτη από την ενορία της Εκάλης ταράζει τον ορίζοντα με τη φράση «Αρραβωνίζεται ο δούλος του Θεού Βασίλειος – Παύλος τη δούλη του Θεού Αγγελική – Μαρία». Από τα ονόματα καταλαβαίνεις ότι στο γάμο είναι καλεσμένες, μεταξύ άλλων, η Τζίνα, η Τζένη, η Τζέφυ και η Τζούλια, όλες φίλες της Αγγελικής – Μαρίας, πρώην εσώκλειστες στα σχολεία της Ελβετίας και νυν μεγαλομπουτικατζούδες (ιδιοκτήτριες/θαμώνες, το ίδιο κάνει).

Πρώτο πλάνο από εκκλησία, εν ώρα μυστηρίου, ο καμεραμάν προσπαθεί να διέλθει ανάμεσα σε θειάδες, για να κάνει ζουμ στο ζευγάρι, «πιο κει, μαντάμ, τώρα που είναι ακόμα ήσυχα τα παρανυφάκια – ναυτάκια στο Τζέλα Δέλτα».

Ουρά νυφικού, που έφαγε πόρτα από το βρετανικό βασιλικό πρωτόκολλο (περισσότερο λόγω κακογουστιάς και λιγότερο λόγω μήκους), με σεμνό (για τον ίδιο λόγο) πέπλο. Νύφη χωρίς Πίπα Μίντλετον. Δάσος δίχως έλατο.

Μιλώντας για έλατα, νέο πλάνο απ’ τη φύση, μια ελιά χαρχαλεύει στον (αττικό) ήλιο, φέρτε το κόπερτον, κάτι η ζέστη, κάτι τα λόγια του παπά, γρήγορα για δροσά κάτω απ’ τον διάδρομο – αψίδα με τα αναρριχητικά φυτά (ο σκηνοθέτης ευχαριστεί θερμά το περιοδικό «Γλάστρες και Ζαρντινιέρες» για την πολύτιμη συμβολή του), κάμερα σκάει στο ατελιέ όπου 45 μάστοροι κι 60 μαθητάδες υφαίνουν τις νύχτες με φεγγάρι που φυσάει γαρμπής, το νυφικό της φόρεμα. Τον σχεδιαστή κλείδωσαν μετά την τελευταία πρόβα σε αποθήκη υφασμάτων της οδού Ευαγγελιστρίας, πίσω απ’ τη συρταριέρα με τις κόπιτσες, για να μην αποκαλύψει ποτέ και σε κανέναν το πατρόν.

Δυο χρυσές βέρες αγνώστου μεγαλοκοσμηματοπώλη σερβίρονται πάνω σε επιτραπέζιο ρολόι δίχως δείχτες, το ρέκβιεμ γνωρίζει την 1η κορύφωση (δε βαριέσαι, όταν το ‘βαζε ο Κριστόφ Παπάκ παντού και πάντα, κανένας μας δεν είχε διαμαρτυρηθεί), μαυρίζει η οθόνη, αλλά δεν είναι καταχνιά, δεν είναι μπόρα, δεν είναι μπλακάουτ, είναι στίχος του Μπράιαν του Άνταμς, φαρδύς πλατύς στη μέση της οθόνης με caps, «To really love a woman» (μισό, ψάχνω ποιητή, να ρωτήσω).

Μετά τη δόση καναδέζικου λυρισμού (not), η κάμερα πάει στη νύφη, που σφουγγαρίζεται πριν την εκκλησία, βάζει πέπλο, κουμπώνει μαργαριταρένιο πεντάσειρο τσόκερ με πλατινένιο δέσιμο (νύφη τερμάτισε τη Γιάννα Αγγελοπούλου – Δασκαλάκη), τα μπριγιάν στραφταλίζουν, αλλά το στυλό για να γράψει τα ονόματα στον πάτο του peep-toe, μπικ του 50λεπτου απ’ το περίπτερο (τόσα λεφτά δώκατε για το βίντεο, στο στυλό τα λυπηθήκατε, α, ξέχασα, είστε κι απλοί άνθρωποι ταυτοχρόνως).

Στη σόλα του παπουτσιού δεν έγραψε καμία απ’ την παρέα της Ελβετίας, μην το πάρει η κάμερα και φανεί σνομπ, διάλεξε δηλαδή μόνο λαϊκά ονόματα, Φανή, Αντωνία, Ειρήνη, ουπς, να μια Κλέλια και μια Νίνα, μην το πάρει χαμπάρι η Τζούλια μόνο, που είναι και μεγαλοκοπέλα.

Δεύτερο blast καναδέζικης ποίησης, «To understand her», πάλι με caps και ζουμ άουτ, ακολούθως, νύφη καθιστή να σουλουπώνεται περαιτέρω από Αχιλλέα Χαρίτο, μετά καθισμένη στο ταμπουρέ κρεβατιού με ουρανό, κοιτάει το υπερπέραν (ή την κουρτίνα, ακριβά τα ρόμαν, βρε παιδί μου, αλλά πώς δείχνουν στο κοκαλί), «You gotta know her deep inside», εδώ δεν θέλω κανένα ποιητή, το πιάνω μόνη μου, να την εκτιμάς deep για deep εννοεί, κήπος διακριτικής βίλας με πέτρινο λαμπραντόρ που φέρει λουλουδένιο στεφάνι στο λαιμό (τη φιλοζωική αμέσως, κι ας είν’ και πέτρινο), «Hear every thought» (δε θες να το κάνεις αυτό, δες τί έπαθε κάποτε ο Μελ ο Γκίμπσον), κάμερα στο σπίτι γαμπρού.

Γαμπρός με neat σωβρακοφανέλα, μαλλί ξυσμένο με τα τρία ενδιάμεσα δάχτυλα επί 4ωρο, επιμελώς ατημέλητο «έχω 1η ώρα organizational psychology στο κολέγιο και βαριέεεεεμαιαιαιαι, δεν ξέρεις πόσο βαριέμαιαιαιαι», παρέα κολλητών ντύνει γαμπρό, «ελάτε ρε μαλάκες να φωτογραφηθούμε μία πριν κρεμαστώ, απ’ το ’97 στην Αράχωβα έχουμε να βγάλουμε μια ομαδική», φλας μηχανής αρνείται να αποδώσει, λόγω υψηλού ποσοστού λεύκανσης στην ατμόσφαιρα.

«See every dream», λέει ο ποιητής, νύφη σε άκαιρη προσπάθεια να προσεγγίσει υπηρετικό προσωπικό γυαλίζει ξύλινη σκάλα σπιτιού με ουρά νυφικού, προχωράει κι άλλο στο σπίτι, γονείς στο προσκήνιο, προσωρινή τύφλωση: Μάνα με κουάφ Ευρυδίκης Καραμανή προβλέποντας μπουρίνια στο Ιόνιο (circa ’88), μπορντώ γοργονοποιημένος ταφτάς με βολανάκια, καπελάκι με βέλο, πατέρας με σμόκιν, καταπίνεται από το σαλόνι που στεγάζει το σωματείο αντικεράδων – κουρτινατζήδων ιστορικού κέντρου Αθηνών. Πάτωμα bordered μωσαϊκό, μπεζ/χρυσός διάκοσμος, ανάγλυφες κολώνες, «And give her wings when she wants to fly», και πες ότι της δίνεις φτερά να πετάξει, αν κουτουλήσει κανένα κλουαζονέ και κουτσομυτιαστεί το βάζο, ποιος πληρώνει το βαρκάρη (μπηχτή για πεθερό μεγαλοβαρκάρη).

Ρολς ρόις (ίσως και όχι, δεν το ‘χω με τα αυτοκίνητα, πάντως Suzuki swift δεν ήτανε) μαύρη γυαλιστερή, με νύφη και πατέρα, hits the road των βορείων προαστίων, γαμπρός περιμένει στα σκαλιά της εκκλησίας με ανθοδέσμη από πιατάκια, αντικρίζει νύφη, ύφος «τα πιάσαμε τα λεφτά μας», μέσα αριστερά η μάνα νύφης ανφάς – απόγονος μέδουσας (εξυπηρετικό πάντως το καπέλο, διώχνει τις μύγες, καλοκαιριάτικα).

Ησαΐας, Mansell fades out, μπαίνει ο Θεοδωράκης με το Ζορμπά Δε Γκρηκ, ΩΠΑΑΑ, σέρνει ο παπα – Φώτης το ζευγάρι γύρω γύρω, ρύζια φεύγουν, κόκαλα Άντονι Κουήν κροταλίζουν, ο Θεοδωράκης ζει, ας μην του το δείξει κανείς για κανένα λόγο, τουρτάκι στο tip του κεφαλιού της νύφης, πολυέλαιος, ξαναντούκου απότομα αλλαγή σε Mansell, πάλι ο ποιητής «When you love a woman», μου ‘κοψες τα ήπατα, ΠΟΣΟ ΕΧΕΙ ΑΚΟΜΑ ΘΕ ΜΟΥ, νύφη σε καγκελόπορτα με ύφος «δίνω το πετσί μου για δυο σταγόνες gin», νύφη σε ανάκλιντρο να διαβάζει (το προγαμιαίο συμβόλαιο ίσως, αν και κάπως αργά), γαμπρός καθήμενος σε μπερζέρα χαζεύει εμπριμέ ταπετσαρία, «You tell her that shes really wanted». Σαν την ταπετσαρία, καλή ώρα. Την ήθελες τόσο, που πήγες στο Χυτήρογλου, παρά τη σαββατιάτικη κίνηση της Μητροπόλεως, και να τη τώρα, στρωμένη μπροστά σου.

Ζευγάρι αγκαλιασμένο (σαν με κοιτάς) κάτω από στολισμένο gazebo κορινθιακού ρυθμού, ξανά πίσω στην εκκλησία, αυτός κοιτάζει δεξιά, με εμφανές πλέον πιστολάκι στη χαίτη, αυτή στερεώνει υπομονετικά την τούρτα, οικογενειακή φωτογραφία εντός ναού, ο τέρμα αριστερός συγγενής πρωτοξάδερφος Μάθιου Μπρόντερικ, η συμπεθέρα με πετρόλ τουαλέτα, εμπνευσμένη από τα καύσιμα που καίνε οι οικογενειακές μαούνες.

«When you love a woman, you tell her that shes the one» (τσουρέκια), κατεβαίνουν σκαλιά ναού, το νεανικό δελτίο του σταρ πιο κεί, κι άλλη ρολς ρόις (κανένα σπίτι χωρίς έστω μία ρολς ρόις), ντενεκεδάκια κρέμονται απ’ τον προφυλακτήρα (και κουδούνια, θα μπορούσαν).

«She needs somebody», σαλόνι έπαυλης Λουδοβίκου 14ου, ο μινιμαλισμός χάρηκε που σας γνώρισε κάποτε, περνώντας από πάνω σας με τη μορφή σώβρακου Κάλβιν Κλάιν, κάμερα ξεζουμάρει απ’ τα ζωγραφισμένα ταβάνια (και πρόσωπα), πολυέλαιος κριστόφλ (μη νομίζεις, έχω κι εγώ ένα τασάκι Μουράνο), κλείνουν οι πόρτες του σαλονιού, το πέτρινο λαμπραντόρ ακόμα στολισμένο, 12άρες ροτόντες στον κήπο, «You got to give her some faith», «You gotta treat her right», όχι που θα τρέχαμε σε κανα κτήμα στο Κορωπί με 50ευρώ το κεφάλι, αυτό είναι treating, κοπελιά.

Ανέμελο πλιτς πλιτς στην πισίνα, αυτή με ουρά νυφικού στο γκαζόν, αυτός με γιλέκο και υποψία από κότσι. Μετά το ποδόλουτρο, πάλι στο gazebo, απότομα βραδιάζει ξανά και κάνουν σλάλομ ανάμεσα στις ροτόντες, ενώ μια βιολινίστρια και μια κοντραμπασίστρια παίζουν (το ρέκβιεμ;), 6όροφη τούρτα στη μέση της πίστας, φωτισμένη η βιλίτσα μόνο από την αντανάκλαση των λιμόζ στα σκρίνια (πάρτε τηλέφωνο στις Βερσαλλίες, τους έχουνε κλέψει και δεν έχουν πάρει χαμπάρι).

«So, tell me have you ever really», χορεύουν στην πίστα, αφού ξεφορτωθούν και τις δυο τούρτες (μια στο κεφάλι της νύφης, μια στην πίστα), ποιητής καταλήγει «really ever loved a woman», αλλαγή σε Ζορμπά δε Γκρηκ αγκέν, τίτλοι τέλους: Mariangela and Vassilis, coming soon.

To a theater nearby προφανώς, πείτε στην είσοδο το password «bone china» και απολαύστε καρέ – καρέ το μυστήριο με δωρεάν μπομπονιέρες και σαμπάνια Καΐρ. Να ζήσετε και να βγάλετε και ταινία με τη ζωή σας, γιατί με τρώει η περιέργεια αν τελικά ζωντάνεψε το λαμπραντόρ κι άρχισε να δαγκώνει αδιακρίτως.

Ετικέτες , , ,

35 36 37 38