01 02 03 Dear All, I've got some news: Ούτε να κουνηθώ. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Ούτε να κουνηθώ.

34

Ντίαρ ολ,

Το Σάββατο που μας πέρασε πήγα με τη Γ και τη Δ για πρώτη φορά σε μάθημα pilates. Παρότι δοκιμαστικό, δεν υπήρχε κριτική επιτροπή να σε ξεφτιλίσει, έμπαινες όπως ήσουν, αγύμναστη, με τη φόρμα και το καλτσάκι, έπαιρνες το στρωματάκι σου και καθόσουν μέχρι να μαζευτούν όλες οι συμμαθήτριες. Οι περισσότερες ήταν στην ηλικία μας (30 πάνω κάτω, εγώ κάτω, αυτές πάνω – να τα λέμε κι αυτά), αν εξαιρέσεις μια σαραντάρα πολύ fit (παράδειγμα που μας ενέπνευσε για το μέλλον) και μία πενηντάρα, ξινή σα μυζήθρα Ανωγείων (και χωρίς τη νοστιμιά της), που σε κοίταζε με ύφος «ήρθες, σκουλήκι, να κλέψεις το μυστικό της νιότης μου» (άσε μας, χρυσή μου και ήδη πονάω). Μόλις μπήκε η γυμνάστρια μας έδωσε από ένα λάστιχο, για να εκτελέσουμε μ’ αυτό τις περισσότερες ασκήσεις (ή και να πνιγούμε, σε περίπτωση παταγώδους αποτυχίας). Σιγά σιγά, κάτι καταφέραμε, εγώ το έχανα βέβαια στις αναπνοές, που πρέπει να είναι πλευρικές και όχι από το διάφραγμα, είχα και την ξινή απέναντι που όταν ξεφυσούσε έκανε τον ήχο του Knossos Palace την ώρα που μπαίνει στον Πειραιά και μου αποσπούσε την προσοχή (καπετάνισσα, μη στρίβεις τη λεκάνη σου και στην ηλικία σου δεν είναι μόνο το πέσιμο και το χέσιμο, είναι και τα extreme sports).

Σε γενικές γραμμές το βγάλαμε το 45λεπτο, θα ξαναπάμε από βδομάδα, στη γιόγκα όμως, που την ξέρουμε και την εμπιστευόμαστε όσο κι ένα απορρυπαντικό πλυντηρίου, καθόσον μας αρέσει η ινδική φιλοσοφία (εντάξει, την κουζίνα εννοώ). Καλό είναι να γυμναζόμαστε κάπως, όχι γιατί είναι και πάλι στη μόδα τα γυμναστήρια, αλλά γιατί σ’ αυτή τη δουλειά καθημερινά ωθείσαι στο να εγκαταστήσεις αυτόματο πότισμα, για τις αναπτυχθείσες – από τριετίας – ρίζες σου ανάμεσα στο tower και τον σκουπιδοντενεκέ.

Εκτός από τον βασικό λόγο «να μη μοιάζω με S κεφαλαίο απ’ τη σκολίωση στα 30κάτι μου» υπάρχει κι άλλος λόγος, για να γυμναστούμε: τα κάλλη, μπροστά στα οποία τί είναι ο πόνος και το πιάσιμο των κοιλιακών και το ότι την επομένη της γυμναστικής σηκώνεσαι από όπου και να κάθεσαι γέρνοντας προς τη μία και αφήνοντας μουγκρητά. Τα κάλλη βέβαια ουδόλως αναλογιστήκαμε στην τελευταία (πιθανόν και για την επόμενη δεκαετία) έξοδο για φαγητό τη βδομάδα πριν το Γάμο της Χρονιάς οπότε πήγαμε στην Αλεξάνδρεια, το εστιατόριο με την αιγυπτιακή κουζίνα. Ακόμα να χάσουμε αυτά που φάγαμε εκείνο το βράδυ. Ένας τρόπος θα ήταν να πάμε στην κανονική Αλεξάνδρεια και να γυρίσουμε κολυμπώντας, αλλά πού χρόνος (άσε που εκεί θα ξανατρώγαμε τα ίδια, άρα ένα και το αυτό). Τα φαλάφελ (ρεβιθοκεφτέδες), το μπαμπά γκανούς (μελιτζανοσαλάτα με ταχίνι), το χούμους (ρεβιθοπουρές με ταχίνι), το κουσκούς με μοσχάρι, τα κεμπάπ μοσχαριού/αρνιού ήταν πεντανόστιμα, φαντάζομαι και τα υπόλοιπα που φάγανε οι ομοτράπεζοι. Συγκρατήθηκα και δε δοκίμασα από όλα τα πιάτα (στην πραγματικότητα με τους μισούς είχαμε πάρει τα ίδια, αλλιώς θα σου ‘λεγα), για να μπορώ να φάω και γλυκό. Το οποίο ήταν ένα όνειρο τρελό, όνειρο απατηλό, τόσο το κιουνεφέ (κανταΐφι με τυρί), όσο και η αρίσα (σιμιγδαλογλυκό με ξηρούς καρπούς και παγωτό καϊμάκι), πάνω στην οποία σκέφτηκα ότι το τέλος ήρθε και θα με βρει σ’ ένα νεοκλασικό στα Εξάρχεια, με ένα κουταλάκι στο δεξί χέρι. Παρά να μ’ έβρισκε βέβαια πάνω σ’ ένα στρώμα pilates μ’ ένα λάστιχο στο χέρι, καλύτερα στα πρόθυρα έκρηξης της γλυκόζης.

Η κύρια όμως δραστηριότητα της εβδομάδας, κινήθηκε ξανά στο θέμα του προηγούμενου μήνα, δηλαδή στο θέμα «γάμος», μόνο που αυτή τη φορά επρόκειτο για τη φαντασία, για το θέατρο, για το Τρίτο Στεφάνι. Τις παιδικές μας ψυχές (για όσους ήμασταν παιδιά το ’95) έχει στοιχειώσει η μεταφορά του βιβλίου του Κώστα Ταχτσή στην τηλεόραση (σε σκηνοθεσία Δαλιανίδη, μετά τα δύο έπη του, Ρετιρέ και Μικρομεσαίους), που το βλέπαμε με μαμάδες/γιαγιάδες και συχνά τρομάζαμε από το δυναμισμό των χαρακτήρων και την πλοκή. Τη δική μου εφηβική ψυχή κυρίως στοίχειωσε το βιβλίο, ένα καλοκαίρι στο εξοχικό του Αγίου Νικολάου, που το διάβασα σε δυο μέρες (έκανα πού και πού ένα διάλειμμα, να φάω κανένα γεμιστό). Απ’ την 4ωρη (διότι ΤΙ να κόψεις, τίποτα δε μπορείς να κόψεις) παράσταση του σαββατόβραδου προέκυψε πόσο καλά θυμόμουν ολόκληρες γραμμές, από εκείνη την πρώτη ανάγνωση, δεκαπέντε χρόνια πριν (θα μου πεις, εσύ θυμάσαι και τί φορούσε η συννυφάδα της τρίτης σου ξαδέρφης τα Χριστούγεννα του ’99 που πέρασε από μπροστά σου για 5 ολόκληρα δευτερόλεπτα. Άλλο αυτό).

Ο Σταμάτης Φασουλής λοιπόν μεταφέρει, σε μια πολύ προσεγμένη παραγωγή, όσο το δυνατόν πιστότερα το ύφος του βιβλίου, τον χειμαρρώδη λόγο της Νίνας και της Εκάβης, προσαρμόζοντας την «αφήγηση» εντός του θεατρικού κειμένου, σε δύο επίπεδα. Η Νίνα αρχικά θυμάται το παρελθόν, το οποίο συνομιλεί με το παρόν χωρίς έλεος, φέρνοντας στην επιφάνεια κάθε πτυχή του οικογενειακού και προσωπικού δράματός της. Μόλις μπει στη ζωή της η Εκάβη, η πολυτάραχη πορεία της τελευταίας διαρθρώνεται παράλληλα με αυτή της Νίνας, καταδεικνύοντας τα κοινά γνωρίσματα των δύο χαρακτήρων, των δύο οικογενειών, των δύο στρωμάτων της κοινωνίας. Ο μικροαστισμός και η καπατσοσύνη της Εκάβης, η ανακατώστρα διάθεσή της και ο πηγαίος χαρακτήρας της αναμετρώνται με την επιβλητική παρουσία της Νίνας και τη «φαντασμένη» προσωπικότητά της, αναδεικνύοντας την κοινή, ακλόνητη διάθεσή τους για επιβίωση μέσα στις δύσκολες εποχές του Μεσοπολέμου και του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Το βασικό όμως κοινό τους γνώρισμα, είναι η ιδιότητα της μάνας, που δίνει τη ζωή και μέσα από τα διαρκή ατοπήματά της, σχεδόν την παίρνει πίσω, πατώντας κάτω τα παιδιά της (όπου «παιδιά», βάλε και σύζυγος κι αδέρφια και γονείς και το υπόλοιπο σόι και μερικοί περαστικοί, που τους πήρε ξώφαλτσα).

Οι παραλληλισμοί της ζωής της Εκάβης με τη σύγχρονη ελληνική ιστορία είναι παραπάνω από προφανείς και υπό το πρίσμα των σημερινών εξελίξεων, ακόμα τραγικότεροι. Αδιόρθωτη Εκάβη, αδιόρθωτη χώρα.

Ο Ταχτσής ξεγυμνώνει μία μία τις παθογένειες της ελληνικής κοινωνίας (π.χ. τον πρωταρχικό καημό του κάθε «καθωσπρέπει» σπιτιού, «μη γίνει ο γιός πούστης και κομμουνιστής»), αναδεικνύοντας το προσωπικό του δράμα, στο οποίο ο Φασουλής αποτίει φόρο τιμής (και) με την τελευταία σκηνή του έργου: ο συγγραφέας είναι ο δέκτης των εμπειριών του περιγύρου του, υφίσταται την πολυεπίπεδη καταπίεσή τους και μένει στο τέλος μόνος, αποκαμωμένος από μια ζωή – παρωδία. Η πιο συγκινητική στιγμή (κατ’ εμέ) είναι η τελική σκηνή της αλήθειας, που – για να την περισώσει ολόκληρη ο συγγραφέας, σύμφωνα με τη ρήση της Νίνας – πρέπει να κρατήσει και λίγη έξω από το έργο του.

Οι ερμηνείες ήταν πολύ καλές (με μια – δυό εξαιρέσεις, αλλά μήπως είμαι κάποια για να κρίνω), φυσικά η Κομνηνού και η Μεντή ήταν καθηλωτικές, όπως και όλο το έργο, κατά τη (μεγάλη) διάρκεια του οποίου δεν υπήρξε καμία στιγμή να βαρεθώ/να κοιτάξω κινητό/ν’ απλώσω χέρι στα κάσιους της διπλανής. Φυσικά το σημείο όπου κόλλησα (το έχουμε πει ότι την έχω φάει στη φτερούγα με τα vintage κομμάτια) ήταν τα κοστούμια της Ντένης Βαχλιώτη. Καλόγουστα, καλοραμμένα, αέρινα, μέσα τους η Νίνα επιδιδόταν ιδανικά σ’ ένα ανάλαφρο swirling από τη μία περίοδο της ζωής της στην άλλη.

Δεν ξέρω αν οι παραστάσεις θα πάρουν παράταση, σε περίπτωση που συμβεί κάτι τέτοιο, να πάτε τρέχοντας. Στην αντίθετη περίπτωση, διαβάστε το βιβλίο, «χαθείτε» μέσα στους χαρακτήρες και την εποχή, βρείτε τις ομοιότητες και τις διαφορές με τη σημερινή και κερδίστε πλούσια δώρα. Το έργο του Ταχτσή ποτέ δεν ήταν τόσο επίκαιρο. Σαν τη γυμναστική ένα πράμα, με τη διαφορά ότι εξαιτίας της πονάω σύγκορμη, ενώ με την 4ωρη παράσταση ούτε καν πιάστηκα.

Ετικέτες , , , ,

35 36 37 38