01 02 03 Dear All, I've got some news: Κάνε λίγο «α» να δω κάτι. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Κάνε λίγο «α» να δω κάτι.

34

Ντίαρ ολ,

Την εβδομάδα της Κρήτης ακολούθησε η εβδομάδα της αντίθετης έννοιας της Κρήτης, δηλαδή η δίαιτα. Μπιφτέκι, ντομάτα, παξιμάδι, ελληνικός μέτριος. Οι δικηγόροι ρίξαμε και μια βδομάδα αποχή, να γουστάρουμε που συσσωρεύονται στις – κατά μέσο όρο – 850 αξεκαθάριστες υποθέσεις μας, άλλες τόσες, και για να σταματήσω να σκέφτομαι αυτό το πρόβλημα, δεν είχα παρά να ανακινήσω ένα μεγαλύτερο, δηλαδή τη μισοτελειωμένη μου απονεύρωση.

Πριν από 3 χρόνια είχα ξεκινήσει να απονευρώνω ό,τι είχε πάει άκλαυτο στα τρυφερά χρόνια της μετεφηβείας μου (πουτάνα πάστα δοντιών, που προσδιορίζεσαι γονιδιακά), αλλά τα χρωστούμενα έφταναν μέχρι την προηγούμενη Παρασκευή, γιατί είχε απομείνει εκείνη η μία απονεύρωση, η πιο φαρμακερή, αυτή που προσδιορίζεται στο σημείο που θες να δαγκώσεις το κρίθινο παξιμάδι. Κι επειδή το εβριντέι παπαριασμένο παξιμάδι είναι μια τεράστια ντροπή για τον εκ Κρήτης καταγόμενο (εκτός αν είναι από αυτά που τα κάνουν επίτηδες σαν τούβλα, οπότε by default δεν τρώγεται άβρεχτο, δε μπα να ‘χεις οδοντοστοιχία τυραννόσαυρου), τηλεφώνησα στην οδοντίατρο κι έκλεισα ραντεβού την προηγούμενη Παρασκευή. Η οδοντίατρος δεν είναι απλή οδοντίατρος, είναι Εμ Ες Σι, Ντι Ντι Πι, Πι Έιτς Ντι, κι όλα τούτα σετ με ειδίκευση στην ενδοδοντία, την απεχθέστερη (κατ’ εμέ) άτυπη ειδικότητα του κλάδου. Οι ενδοδοντιστές ασχολούνται με τα σώψυχα του δοντιού, με το μέσα του, με το αν το δόντι πιστεύει ότι στη ζωή πήρε αυτό που άξιζε, αν πραγματοποίησε τα όνειρά του, αν ήταν καλός γείτονας/σπάστης παξιμαδιού. Είναι οι ψυχίατροι της οδοντοστοιχίας, γιατί βρίσκουν what lies underneath and keeps you away from certain food, πράμα φρικιαστικό για τον άνθρωπο το λιχούδη, το μερακλή, τον παχουλοκομψό, βρε αδερφέ.

Πήγα στο ραντεβού μετά από μια βόλτα στην Ευελπίδων (φυσικά κάτι είχα πάρει, για ν’ αντέξω και τις δύο διαδικασίες), έκατσα στην πολυθρόνα κι άνοιξα το στόμα μου. Η οδοντίατρος, την οποία έχω ωθήσει στην αγιοποίηση μετά από κάμποσα sessions, σέταρε την πετσέτα με το ματζαφλάρι για τα σάλια, σε φάση κολορμπλόκινγκ και κάπως ανακουφίστηκα, ένεκα το στάιλινγκ του επερχόμενου πόνου μου. Είμαι ρηχός άνθρωπος, το έχουμε ξαναπεί.

Ξεκίνησε τη διαδικασία, εξαιρετικά αλαφροχέρα, ούτε που κατάλαβα πόνο, έβαζε κι έβγαζε διάφορα αντικείμενα από συρτάρια και ντουλάπια (δε χρειάζεται να μάθετε πού ακριβώς τα έβαζε, όχι ότι δε φαντάζεστε βέβαια), έχασκα υποταγμένη στη μοίρα του ανθρώπου που αγαπά τα τζέλι μπινΖ. 55 λεπτά έχασκα, αρκετή ώρα το λες, σκεφτόμουν τί μπορεί να συλλογίζεται ο μέσος άνθρωπος στη θέση τούτη, για να διευκολύνει την κατάστασή του (και να μη ρίξει μαύρο δάκρυ ή έστω προειδοποιητικό λυγμό). Κατέληξα στο ότι είναι – προφανώς – fatal να εστιάσεις σε υποχρεώσεις, χρέη, τρέχουσα κατάσταση, αβεβαιότητα του μέλλοντος και να σκεφτείς αντ’ αυτού την εκτέλεση καμιάς συνταγής – ζαχαροπλαστικής κυρίως – για την αντίδραση του πράματος, για την καταπραϋντική επίδραση του υδατάνθρακα (εξαιτίας του οποίου υφίστασαι την ψυχανάλυση δοντιού) και για την επανάληψημητέρα της μάθησης (πόσα αυγά είπαμε για το αμέρικαν τσιζκέικ; Α, και γουότερ μπαθ το ταψί).

Όταν το δόντι ξεπέρασε τα εσωτερικά του τραύματα, γύρισα στο γραφείο, μ’ εκείνο το μούδιασμα της ξυλοκαΐνης στ’ αριστερά. Δε με νοιάζει το μούδιασμα per se, απλά με ενοχλεί αν θέλω να πιω φραπέ, το «κράτα τα χείλια σου με τα δάχτυλά σου, μην πιτσιλιστείς». Το δόντι ξανάβγαλε τα σώψυχά του την επομένη το πρωί, στις 7 (και μέχρι το μεσημέρι της Κυριακής εντέλει), οπότε ξύπνησα στραβωμένη και περίμενα τη συντρόφισσα Λάο Τσε να με πάρει τηλέφωνο για να πάμε στο bazaar του Shop, στον Ταύρο, να δούμε κανένα ρούχο με 60% έκπτωση, μήπως ανοίξει το μάτι μας.

Μέσα στο (μ)πόνο μου, συρθήκαμε ως το χώρο του bazaar, πιάσαμε από μια σακούλα καρώ, από αυτές που ο παππούς μου βάζει τα βλίτα του κήπου και πήγαμε πρώτα στα παπούτσια, ακολουθώντας το σύστημα της συντρόφισσας, που δεν έχει αφήκει bazaar για bazaar και ξέρει τί εξαντλείται πρώτο. Στις 10 ήμασταν ήδη εκεί, ο κόσμος ήταν λίγος και ήσυχος, με διάθεση trooper βέβαια, «κοζάρω δερμάτινο στα 12 μέτρα, η μία σας με καλύπτει στ’ αριστερά και με τη σακούλα εμποδίζω την πρόσβαση στο δεξί διάδρομο». Η αλήθεια είναι ότι αλλιώς δεν ψωνίζεις σ’ αυτά τα ιβέντς, που χάνει η φούστα το γιλέκο και το μπουφάν τις γόβες. Είχε πολλά ωραία ρούχα, κυρίως για να καλύψεις κενά στη γκαρνταρόμπα σου και όχι για να τη φτιάξεις από την αρχή (η αποσπασματικότητα δεν πρέπει να σε αφορά). Πολλοί άντρες είχαν έρθει μόνοι τους, με τη σακουλίτσα τους κι έψαχναν μεθοδικά. Οι γυναίκες ήταν τουλάχιστον κατά δυάδες, για να μπορούν να αναλύσουν με κάποιον τη χρηστικότητα καθενός ρούχου που ενστικτωδώς έβαζαν στη σακούλα. Με απώτερο σκοπό να μείνει κανένα ευρώ για τον υπόλοιπο μήνα. Στο τέλος τα περνούσες από το «σκάνερ-πιστόλι», για να δεις την τιμή μετά την έκπτωση. Μία στις τρεις να μου πετύχαινε, τις υπόλοιπες φορές αναγκαζόμουν να κάνω πράξεις, που δεν έχω χειρότερο (ακόμα και η απονεύρωση είναι προτιμότερη από την αριθμητική).

Την Κυριακή πήγαμε με τη Miss L στο Athens X-clusive Designers Week, που αυτή τη φορά γίνεται στη Συγγρού, στο Συνεδριακό Κέντρο της Εθνικής Ασφαλιστικής. Μπαίνοντας μέσα μας έδωσαν ένα goody bag, κατίμαυρο με χρυσά γράμματα, με ένα μυστηριώδες περιεχόμενο (είπα να το παίξω cool και να μην ξεσκίσω τη σακούλα, όπως θα έκανα υπό κ.σ.). Κατεβαίνοντας τα σκαλιά προς τον κυρίως χώρο, μας πήρε η κάμερα του Σταρ, που θα μας έκοψε στο μοντάζ, γιατί δεν ήμασταν η Υβόννη Μπόσνιακ, που βρισκόταν λίγο πιο πίσω μας, και είναι πανύψηλη και κουκλάρα. Καλά, εγώ είμαι πιο αδύνατη, αλλά δεν ήθελα να της το πω και να τηνε πικράνω, την ώρα που περίμενε για τον εσπρέσσο της στο κόφι μπαρ.

Στο βάθος του χώρου αναμονής είχε μια μεγάλη αίθουσα με βίντατζ πράγματα, τσάντες δερμάτινες, σχολικές (με τα Στρουμφάκια κυρίως), μεγάλα χρυσά σκουλαρίκια που κάποτε ήταν κουμπιά (και κοροϊδεύαμε τις μανάδες μας, που τα φορούσαν κι έλαμπαν σαν πολυέλαιοι), γούνες (καθόλου πολίτικαλι κορέκτ εποχή τα 80s), φορέματα (το μάτι μου πάλι στο Lanvin έπεσε), μπλουζάκια κάθε τύπου (βρήκα ένα με πολύχρωμες καραμέλες, που το φορούσα στο δημοτικό και θυμήθηκα πάλι το δόντι, που στο μεταξύ ευτυχώς είχε υποχωρήσει). Δεν ξέρω πώς τα μάζεψαν όλα αυτά, όποιος το έκανε πάντως αξίζει συγχαρητήρια. Μπαίνεις μέσα και νομίζεις ότι είσαι πάλι 7 χρονών, ο μόνος σου καημός είναι που δε μπορείς την αριθμητική (σε επίπεδο: πόσο κάνουν 16 + 29 μήλα) και το βράδυ έχεις παιδικό πάρτυ (και καθόλου χαλασμένα δόντια/οικονομική κρίση/άλλου είδους απελπισία).

Παρακολουθήσαμε τρεις επιδείξεις, της Lila Nova, του Οδυσσέα Παπαδογιωργάκη και της Tammy Archive. Η πρώτη είχε φορέματα τύπου 60s, σε συνάντησα στην πλαζ και φορούσες τυρκουάζ (αλλά πώς ήσουνα έτσι). Ωραία υφάσματα, αδιάφορα (για μένα) κοψίματα. Το πιο ωραίο ρούχο το φορούσε η σχεδιάστρια στο τέλος. Το στάιλινγκ ήταν καλό, νομίζω, είχαν όλες σινιόν και μια παλέτα ζωγραφικής στο κεφάλι. Όπου αντίχειρας, ο κότσος. Ο δεύτερος είχε ένα πολύ ωραίο φόρεμα grecian, στο χρώμα της άμμου, τα υπόλοιπα με τα βολάν και τις ολόσωμες φόρμες δε με ενθουσίασαν, ίσως να μη μου άρεσε τόσο η υφή τους. Ξέρω, να μη δαγκώσω τη γλώσσα μου και φαρμακωθώ, αλλά δε μπορώ να πω ψέματα. Η τελευταία μου άρεσε περισσότερο, κυρίως γιατί το σόου της ήταν εμπνευσμένο από τα pin-up girls κι έτσι μου άρεσαν τα χτενίσματα εποχής, οι κορσέδες, τα λουλουδένια υφάσματα και οι full skirts. Δεν βρήκαμε θέσεις να καθίσουμε, καλύτερα όμως, γιατί όρθια actually έβλεπα, πράγμα που δε συμβαίνει συχνά, αν είσαι 1,60 και αρνείσαι να βάλεις τακούνια σε τέτοιες εκδηλώσεις.

Δεν καθίσαμε σε άλλο σετ επιδείξεων, γιατί η Miss L είχε διάβασμα κι εγώ δουλειές στο σπίτι. Θα προτιμούσα να είχα εγώ το διάβασμα, αλλά ας μην τα θέλουμε όλα δικά μας. Στο γυρισμό πέρασα από το ζαχαροπλαστείο της Σκουφά και τσίμπησα μια τάρτα και μια πάστα. Έχοντας δει τα μοντέλα των επιδείξεων από κοντά κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα άλλαζε στη ζωή μου, αν έτρωγα λίγο υδατάνθρακα ακόμα. Το πολύ πολύ να χρειαζόμουν κι άλλη απονεύρωση, στο μέλλον. Μπουκώνοντας τα γλυκά ξέχασα τον πόνο του σαββατοκύριακου. Ξέχασα και το σαββατοκύριακο και θυμήθηκα τα Δευτέρα και την καθημερινή «απονεύρωση». Θα περάσει κι αυτή, με λίγη ζάχαρη ίσως.

Ετικέτες , , , ,

35 36 37 38