01 02 03 Dear All, I've got some news: Η ζωή στον υλικό κόσμο τούτο. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Η ζωή στον υλικό κόσμο τούτο.

34

Ντίαρ ολ,

Αυτή ήταν η βδομάδα που εξ ανάγκης κοιμήθηκα: α) με παχύ σεντόνι, τραχύ και λευκό, β) με πιτζάμα μακριά και μακρυμάνικη, με απλά λόγια, καλώς ήρθες, φθινόπωρο και σιγά σιγά να ρίχνεις τη θερμοκρασία, όχι απότομα, γιατί έχουμε κι αναιμικούς ανθρώπους, που το ντουβρουτζά λόγω πτώσης της θερμοκρασίας τον έχουν πάνω πάνω στο μενού.

Την Τετάρτη που πέρασε πήγα για ένα δικαστήριο στο Ρέθυμνο, με το νέο, αγαπημένο τρόπο: ξεκουβαλιέμαι Τρίτη απόγευμα στο αεροδρόμιο, πετάω για Ηράκλειο, πάω σπίτι, τρώω το καταπέτασμα, βλέπω τούρκικο με γονείς (φυσικά και το έχουν ξαναδεί, σε ντιβιντί, αλλά πιστεύουν στη δύναμη της επανάληψης), κοιμάμαι 6 ώρες, ξυπνάω Τετάρτη, πάω ΚΤΕΛ, βγαίνω στο δρόμο, φτάνω Ρέθυμνο.

Στο ΚΤΕΛ προς Ρέθυμνο μπορείς να κάνεις ενδιαφέρουσες γνωριμίες, ειδικά αν θέλεις να ενημερωθείς για τα συνταξιοδοτικά προβλήματα της γενιάς της γιαγιάς σου. Το πρωί ωστόσο οι οδηγοί ΚΤΕΛ φροντίζουν να σε πεθάνουν στη Θεοδωρίδου και τον Πετρέλη, για να μη μπορείς ν’ αρθρώσεις λέξη σε όλη τη διαδρομή (σιγά το υπερατλαντικό βέβαια).

Το δικαστήριο έγινε σε ένα τέταρτο μέσα, ήπια το ρημαδοκαφέ με τους πελάτες στο καφενείο του δικαστικού μεγάρου (Από τις 12 σερβίρει και μπριζόλες. Όχι το Μέγαρο. Το καφενείο) και ξαναπήγα στο ΚΤΕΛ, το οποίο πρόλαβα στο τσακ (μου άνοιξε λίγο, διότι το επόμενο ήταν σε 45’, οπότε αναγκαστικά θα επέστρεφα να παραγγείλω τη μπριζόλα). Έκατσα απέναντι από την πίσω πόρτα, οπότε λίγο πριν κλείσει μπήκε μέσα μια γιαγιά σε μεγάλη αζιτασιόν έκατσε δίπλα μου, με κοίταξε και μου είπε: «Ιιιιι, κοπέλα μου, ίσα που το πρόκαμα! Κι ευτυχώς που επρόκαμα να πάρω και το φάρμακο για τον ασβέστη». Ευτυχώς που πρόκαμα να πάρω ακουστικά.

Στην επιστροφή για Αθήνα η Ολυμπιακή (παλιά, καινούργια, same thing to me) μας έκατσε μια 45λεπτη καθυστέρηση, που έγινε 60λεπτη και κάτι μέχρι την απογείωση. Δε μ’ ένοιαξε ιδιαίτερα, γιατί διάβαζα, το μόνο που δεν άντεχα ήταν οι Ολλανδέζες που περιμέναν το τσάρτερ με πουλόβερ και πενηντάρι καλσόν (κρατήσου, κοπελιά, βάλτο on board, το πρωί άδειαζες πέντε πέντε τα κόπερτον στη Χερσόνησο).

Ποιος τη χέζει και την Ολυμπιακή βέβαια και τις καθυστερήσεις και τα καλσόν που τα βλέπεις και ιδρώνεις από τη ζέστη, την Κυριακή στις Νύχτες Πρεμιέρας είχε το ντοκιμαντέρ του Σκορτσέζε, «George Harrison, Living in the Material World» [ινσέρτ στριγκλιάβ ενθουσιασμού] κι αυτό περίμενα 15 μέρες τώρα, από την έναρξη του Φεστιβάλ.

Ο Τζορτζ ο Χάρισον είναι ο αγαπημένος μου Beatle (μόνο εσύ αγάπησες, νομίζεις). Καλά ok, είναι και του φίλου Κορνήλιου, που όσο να πεις δεν το βλέπει και τόσο συναισθηματικά, αλλά κυρίως κιθαριστικά, τεχνικά, μουσικά. Όπως και να το δει κανείς, ο Χάρισον ήταν ο Χάρισον κι αν ο Λένον ήταν ο Λένον κι ο ΜακΚάρτνεϋ ο ΜακΚάρτνεϋ κι ο Ρίνγκο ήταν ο Ρίνγκο, κανένας δεν ήταν σαν το Χάρισον (δε θέλαμε και να είναι, βέβαια). Εξηγούμαι μετά το namedropping (τα ξέραμε τα ονόματά τους, κοπελιά, δεν κατεβήκαμε από τα Καρπάθια ένα πρωί).

Ο Σκορτσέζε ζήτησε άδεια από την χήρα Ολίβια Χάρισον να φτιάξει ένα ντοκιμαντέρ για τον Τζορτζ (μου επιτρέπετε να τον λέω «Τζορτζ»), λίγα χρόνια μετά το θάνατό του από καρκίνο το 2001. Η Ολίβια είχε γειώσει αρκετούς σκηνοθέτες και παραγωγούς, αλλά ο Σκορτσέζε ήξερε τί της πρότεινε και τί θα γύριζε. Παρεμπιπτόντως, η Ολίβια κρατιέται πολύ καλά για την ηλικία της. Ήξερε ο μπαγάσας τι έκανε. Εδώ εννοώ τον Τζορτζ.

Το ντοκιμαντέρ ξεκινά από την παιδική ηλικία του Τζορτζ, τα αδέρφια του, το σχολείο του, τη μάνα Χάρισον (με ιδιαίτερη αγάπη στη μουσική, γιατί όλα εξηγούνται κάπως), περνάει στη Γερμανία και τα πρώτα συναυλιακά βήματα των Beatles, αβίαστα σου σερβίρει τις πρώτες επιτυχίες μέσα από έναν ορυμαγδό φωτογραφιών και εξομολογήσεων. «Η κιθάρα του Τζον είχε 4 χορδές. Έτσι νόμιζε ότι είναι, μέχρι που ο Τζορτζ του έδωσε την κιθάρα του, που είχε 6 χορδές.». Είπε ο Ρίνγκο, με τα ντεγκραντέ γυαλιά του, το μαλλί – καπελάκι, τα 3 σκουλαρίκια στο αριστερό αυτί. Ο μόνιμος χαβαλές του Ρίνγκο, τού προσέφερε μια πρώτης τάξεως προφύλαξη από τη σαρωτική διέλευση των δεκαετιών. Όλους θα μας θάψει. Πρακτικά είναι ο Μητσοτάκης των Beatles, χωρίς τη Ντόρα και τη γκαντεμιά. Στο θέμα μας, όμως, τί ήταν ο Τζορτζ.

Ο Τζορτζ, ο αγαπησιάρης Τζορτζ, ο ευγενικός, ο άνθρωπος που αλάφραινε κάθε χώρο στον οποίο έμπαινε, αυτός που έπαιρνε ανάποδες με τρόπο τόσο απόλυτο, όση και η ηρεμία του τις υπόλοιπες στιγμές. Ο αφοσιωμένος κιθαρίστας, ο ενορχηστρωτής που στην αρχή δεν ήξερε να συνθέτει και στη συνέχεια τις μελωδίες του παραδέχτηκαν και ο Τζον και ο Πωλ και ο Ρίνγκο κι ο κόσμος όλος.

Η σχέση του Τζορτζ με τον ινδουισμό, το μάντρα «Χάρε Κρίσνα» που μουρμούριζε σε στιγμές διαλογισμού και πνευματικών δυσκολιών (ακόμα και πριν την επίθεση ενός μανιακού μέσα στο ίδιο του το σπίτι), το σιτάρ που ερωτεύτηκε, η Πάττι Μπόιλ, που μοιράστηκε με τον Κλάπτον (τόσα εκατομμύρια γυναίκες στη Μεγάλη Βρετανία, στην κατσίκα του γείτονα έπρεπε να εστιάσει ο Έρικ), η οικονομική βοήθεια προς τους Μόντυ Πάιθονς, η κηπουρική του δεινότητα (εσύ να τα βλέπεις, που έχεις ξεράνει 15 βασιλικούς σε 5 χρόνια), η καθυστέρηση στην παραγωγή των δικών του δίσκων, η cool ανατροφή του Ντάνι Χάρισον (παιδί και νέοι γονείς, βλέπετε για να μάθετε τί γίνεται στον κόσμο). Ο Τζορτζ ήταν όλα αυτά και άλλα τόσα, που χαλαρά και ανεπιτήδευτα σου προσφέρει το τρεισήμισι ωρών ντοκιμαντέρ, αποφεύγοντας την κλασική νόρμα του συγκεκριμένου είδους, που θα υποβίβαζε το στόρι σε άλλη μία εκδοχή της ζωής του «τρίτου σκαθαριού», σαν αυτές που βλέπουμε στο History Channel, πριν τη ζωή του Αννίβα και μετά τη δολοφονία του JFK. Ο Σκορτσέζε δεν προσπαθεί να σου υποδείξει σώνει και καλά τί ήταν ο Τζορτζ. Σου παρουσιάζει ό,τι έκρινε πως πρέπει να σου παρουσιάσει, για να φτιάξεις τον δικό σου Τζορτζ. Όχι, κάποια πράγματα δεν είναι αντικειμενικά. Σηκώνουν όλη την υποκειμενικότητα του κόσμου τούτου.

Ο Τζορτζ λοιπόν, ήταν το βλέμμα του. Και εκείνα τα υπέροχα, πυκνά μαλλιά, μέσα από τα οποία ήθελες να περάσεις τα χέρια σου. Ναι ρε, φυσικά και ήταν και η μουσική του. Δεν περιμένεις όμως τώρα στα γεράματα, από τις τρεισήμισι ώρες ντοκιμαντέρ να καταλήξεις στο συμπέρασμα περί μουσικής. Αυτό το ξέρεις από τη στιγμή που το γουόκμαν θα σου μασήσει την πρώτη κασέτα με το Rubber Soul.

Για όσους/ες δεν πρόλαβαν, αρχές Οκτωβρίου θα το παίξει στην Αμερική, κάντε το κουμάντο σας για ένα τόρεντ. Φυσικά και θα το ξαναδώ τότε. Θέλω στο σημείο αυτό να τονίσω το πόσο συγκρατήθηκα να μην βάλω μία από τις 4 μπλούζες Beatles που διαθέτει η ντουλάπα μου, αν και το μετάνιωσα, διότι ήταν κι άλλοι εκεί, που δεν έκαναν δεύτερες σκέψεις και δεν φόρεσαν την Audrey (καλά, όχι ότι θα τους πήγαινε, 2 μέτρα γάιδαροι).

Καλό είναι καμιά φορά να περνάς από την ιδιαίτερη πατρίδα σου, έστω και για δουλειά, να κάθεσαι λίγες ώρες (και να παίρνεις πολλές θερμίδες), γιατί σε βοηθάει να θυμάσαι πώς ήσουν παλιά και τί έκανες (παχουλοκομψή κι έβλεπες σίριαλ στην τηλεόραση, γιατί τότε δεν είχες τόρεντ, γκαντάμιτ). Φυσικά η ιδιαίτερη πατρίδα σου είναι διάφορα πράγματα μαζί – υποκειμενικότατα πάλι – και η μουσική στέκεται πάνω από όλα αυτά. Για να είσαι λοιπόν κοντά στην ιδιαίτερη πατρίδα σου, όπως αυτή και αν νοείται, κουβάλα πάντα ένα «σύγχρονο γουόκμαν», να σου θυμίζει το Τζορτζ και τον Πωλ και όποιον άλλονα θέλεις, χωρίς να σου μασάει την ταινία (που δεν υπάρχει πια) ή, έστω, να σου παραμορφώνει τα πίξελς. Αν κι εδώ που τα λέμε, καμιά φορά νοσταλγείς το μάσημα. Και το Τζορτζ βέβαια. Τώρα και για πάντα.

Ετικέτες , , ,

35 36 37 38