01 02 03 Dear All, I've got some news: Το καλοκαίρι ήρθε και σε πήρε κι εσένα μαζί*. Παρτ φορ (γύρνα πίσω, μας έπρηξες). 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Το καλοκαίρι ήρθε και σε πήρε κι εσένα μαζί*. Παρτ φορ (γύρνα πίσω, μας έπρηξες).

34

Ντίαρ ολ,


Πήγα την τελευταία εκδρομή των διακοπώνε, στην εξωτική Ιεράπετρα, τη νοτιότερη πόλη της Ευρώπης, την πόλη όπου δε χρειάζεται ποτέ να σκεπαστείς το βράδυ, την πόλη που αν – παρ' ελπίδα – αδυνατίσεις πολύ και φυσήξει λίγος αέρας, προσγειώνεσαι πριν το καταλάβεις στην ταράτσα του Καντάφι, στη Βεγγάζη. Πήρα το λεωφορείο από τον Άγιο Νικόλαο, με το οποίο ταξιδεύαμε εγώ, ο οδηγός, η κόρη του, ένας μπάρμπας, μια σακούλα βλήτα (ιδιοκτησίας μπάρμπα) και δυο Γάλλοι. Είναι ολοφάνερο ότι μόνο εγώ και ο προαναφερθείς μπάρμπας δεν οδηγούμε στο νομό Λασιθίου.

Στην Ιεράπετρα είναι το πατρικό της Θ, με την οποία είχαμε να βρεθούμε μέρες (είναι αυτή η έντονη ζωή που κάνω στις διακοπές και με απομακρύνει από τους ανθρώπους και τα εγκόσμια γενικότερα). Την τελευταία φορά είχα περάσει μια βόλτα, για να ψηθώ στον ήλιο δυο ωρίτσες πριν πάω στο Γαϊδουρονήσι (για να ξαναψηθώ, αλλά μέσα στις σαύρες αυτή τη φορά).

Κάναμε μια βόλτα στην παραλία, όπου οι ζαβλακωμένοι από τον ήλιο ντόπιοι καθόταν στα πεζούλια των σπιτιών τους και ατένιζαν τη θάλασσα. Η Ιεράπετρα διαθέτει και κάστρο, πιο πολύ σαν στολίδι και όχι σαν οχύρωση, διότι είναι μόλις το διπλάσιο από μένα σε ύψος (κι εγώ δεν είμαι κανένα πρώτο μπόι, όπως όλοι γνωρίζουμε), συνεπώς “πατιόταν” εύκολα. Ίσως βέβαια οι άνθρωποι να ήταν και πιο κοντοί επί Ενετοκρατίας. Στην περίπτωση αυτή, είναι κρίμα που γεννήθηκα το 198__ (συμπληρώστε) διότι θα ήμουν τουλάχιστον μοντέλο του αρχιράφτη του Δόγη της Γαληνοτάτης.

Η Ιεράπετρα προσφέρεται για ποδηλασία (για όσους ξέρουν βέβαια, όχι για μένα, το παιδί της πόλης και της υπερπροστασίας), αρκεί βέβαια να αντέχεις τη ζέστη και τα μποφώρια.

Αφού φάγαμε ένα περιποιημένο σουβλάκι the cretan way, ήτοι: καλαμάκι μαριναρισμένο στο ξύδι, ντομάτα, γιαούρτι, 62 πατάτες, όλα τυλιγμένα σε μια πίτα, ντυθήκαμε και πήγαμε στο 3ο Γυμνάσιο Ιεράπετρας, όπου είχε συναυλία ο Γιάννης ο Χαρούλης. Για τους μη γνωρίζοντες (δε λέμε για σένα, Χριστινάκι – Λαστιχάκι, που τον κυνηγάς στα καράβια μέσα), είναι τραγουδοποιός/τραγουδιστής ντόπιος, από ένα χωριό λίγο έξω από τον Άγιο Νικόλαο (νομίζω ότι έχουμε και κάτι χωράφια διπλανά). Παίζει λαούτο και έχει πολύ ωραία φωνή, που παραπέμπει κάπως στη χροιά του Νίκου Ξυλούρη (παραπέμπει λέω, μη με φάτε).

Το σχολείο ήταν γεμάτο με κόσμο που καθόταν στις πλαστικές καρέκλες (σύστημα: στέλνω-τη-θειά-μου-μια-ώρα-πριν-να-βρει-θέσεις-κάθεται-που-κάθεται-όλη-μέρα-ας-κάνει-και-κάτι-έλα-που-τη-χάλασε-θα-έχει-να-κουτσομπολεύει-μέχρι-αύριο), αλλά και όρθιους (δεν είχαν θεία να στείλουν). Πέραν της κατηγορίας “θεία” με ασορτί ή όχι θείο, είχε αρκετές οικογένειες, νιάτα (σαν εμάς) κι ακόμα πιο νιάτα (χίπστερΖ που έχασαν εκείνη τη μέρα το καραβάκι για το Γαϊδουρονήσι και είπαν να εντοπίσουν το κουλέρ λοκάλ του Λασιθίου, αρχής γενομένης από τη μουσική).

Το πρώτο μισό της συναυλίας ήταν πιο ηλεκτρικό, πιο progressive, πιο πιθανό να προκαλέσει μαζικά εγκεφαλικά στις ηλικίες 50+ που περίμεναν ότι ήρθαν ν' ακούσουν παραδοσιακή μουσική και διαψεύστηκαν. Η συμβολή του Θανάση του Παπακωνσταντίνου στην εξέλιξη των ενορχηστρώσεων στις συναυλίες με παραδοσιακά όργανα υπήρξε καθοριστική. Σ' αυτό το πάτερν, ο κιθαρίστας είχε ρημάξει την πεταλιέρα (με την καλή έννοια), ο ντράμερ χρησιμοποιούσε διάφορα κρουστά (κι όχι μόνο τα ντραμς) κι ο μπασίστας είχε αντικατασταθεί από κοντραμπασίστα (οι μπασίστες θα γίνουν κλέφτες, αν συνεχίσει αυτό που έχω δει σε 15 συναυλίες φέτος). Στο ίδιο πνεύμα, η λύρα αντικαταστάθηκε κατά περίπτωση από την αρμόνικα, το κλαρίνο και το σαξόφωνο. Η προσέγγιση αυτή ήταν άκρως ενδιαφέρουσα, για όσους δεν είχαν ξανακούσει τέτοιου είδους συνδυασμούς οργάνων και ρυθμών. Για τους υπόλοιπους ήταν απολαυστική (αν και επικίνδυνα νοσταλγική) για όσους αναγνωρίζουν ότι κάπως, κάπου, κάποτε οι King Crimson μας κάνανε ανθρώπους.

Φυσικά την ώρα που “τα σπάγανε” διέκρινες την απελπισία στο βλέμμα των θειάδων (ποιός σου είπε, χρυσή μου, ότι ήρθες να δεις το Βασίλη το Σκουλά νεότερο. Μήπως νόμιζες ότι θα ρίξεις κι ένα πεντοζάλη;). Αυτό μέχρι την αρχή του δεύτερου μέρους, που ξεκίνησε πιο ακουστικό, με περισσότερα παραδοσιακά τραγούδια και λιγότερη κιθάρα. Όταν ο Χαρούλης έκανε σχόλια ανάμεσα στα τραγούδια, οι από πίσω μας γκιόσες είχαν λυσσάξει να συζητάνε σε μόουντ “αααχ, είμαι ερωτευμένη με το Χαρούλλλληηη” (σιγά μαρή, έμαθες και το Χαρούλη, εσύ που μέχρι πριν ένα τέταρτο πίστευες ότι ο φυσικός διάδοχος του Μπιθικώτση είναι ο Χολίδης). Φυσικά μόλις έκανε ένα σόλο στο κλαρίνο το παιδί με τα πνευστά, αφήσανε τον Χαρούλη κι επικεντρώθηκαν σ' αυτόν (σταθεροί χαρακτήρες). Ακούσανε ότι τον λένε και “Κώτσο” και δώστου να του φωνάζουνε στο τέλος κάθε τραγουδιού “Γειά σου Κώωωτσοοο” (σα να μη μας έφτανε ο πονοκέφαλος από την αϋπνία). Η Θ που πήγε για μπύρες κάποια στιγμή άκουσε κι από άλλα κοριτσάκια να λένε πόσο τους αρέσει ο Χαρούλης (ααααχ, θα μπορούσα να τον ερωτευτώωωω), συνεπώς, Γιάννη Χαρούλη, πατριώτη, αν μας διαβάζεις, απέκτησες Χαρουλίτσες, όπως ο Ρουβάς Ρουβίτσες.

Εκτός από τα κλασικά δικά του τραγούδια, ερμήνευσε Μάνο Χατζιδάκι, Τρύπες, Θανάση (μη ρωτήσει κανείς ποιό Θανάση, γιατί θα του πω το Θανάση Πολυκανδριώτη) και αρκετά παραδοσιακά (Ερωτόκριτος και να λιώωωωνουνε πάνω στις καρέκλες). Έπαιξε σχεδόν τρεις ώρες, το θαλασσινό αεράκι φύσαγε πάνω μας, η Θ λύσσαξε να πηγαίνει για κατούρημα, εγώ νομίζω ότι την ψιλοάρπαξα κι οι από πίσω πεταχτήκανε με το που τέλειωσε, μπας κι εντοπίσουνε τον Κώτσο μέσα στο πλήθος. Έχω την αμυδρή υποψία ότι στο κλείσιμο, όταν ο Γιάννης είπε τα ονοματεπώνυμα των μελών της ορχήστρας, η μία λυσσάρα έβγαλε το αϊφόνι, να τονε ψάξει στο φουμπού, μη χάνει χρόνο. Αυτές όχι απλό βρακί θα του πετάγανε on stage, όπως του Τζάρβις προψέ, αλλά πακέτο ρούχα, σουτιέν, τηλέφωνο, διεύθυνση και φορτιστή.

Στη συναυλία εμφανίστηκε ο φέιμους περφόρμερ-λυράρης Μανώλης Αλεξάκης, ως “άκουσα-ντούρου-ντούρου-και-ήρθα-ταυτόχρονα-είμαι-και-πολύ-γουάου-όμως” κι ο Γιάννης, ευγενής, ρώτησε από σκηνής αν το βαφτιστήρι του, το Γιωργιό, κουβαλούσε μαζί του τη λύρα, να μας παίξει το κατιτίς του ο λυράρης. Ευτυχώς το Γιωργιό είχε ξεραθεί στον ύπνο και κανένας δεν το ξύπνησε, να βρει τη λύρα, να παίξει ο Αλεξάκης ένα, το ένα να γίνει δύο, τα δύο να γίνουνε διακόσα, να μην πάμε σπίτι μας εκείνο το βράδυ.

Μετά τη συναυλία κάναμε μια βόλτα στα στενά της Ιεράπετρας και φτάσαμε σε ένα παραθαλάσσιο μαγαζί, όπου έπαιζε λάιβ ένα συγκρότημα, με έμφαση στα 60s. Δεν είχαμε όμως χώρο να σταθούμε (και οι 40 που είχαν βγει στην πόλη, εκεί είχαν πάει). Συνεπώς μεταφερθήκαμε σε ένα άλλο μαγαζί, τύπου κλαμπ, με την κλασική διακόσμηση “ασπρογκρί γυψοσανίδα όπου αναγράφονται με ευμεγέθη γραμματοσειρά ράντομ λέξεις τύπου: kiss, pray, freedom (ΠΑΟ, θρησκεία, θύρα 13)”. Η μουσική ήταν σε γενικές γραμμές καλή, το πιο συνταρακτικό βέβαια ήταν το video wall, όπου έδειχνε τα αντίστοιχα βιντεοκλίπ απ' ό,τι έπαιζε. Είχε γράψει στο βίντεο εκπομπές και βίντεο κλιπ του MTV την προηγούμενη δεκαετία, τα είχε περάσει στον υπολογιστή και τα προέβαλε ανενδοίαστα. Ήπιαμε ένα ποτό με τις φίλες της Θ και γυρίσαμε σπίτι να κοιμηθούμε.

Το πρωί με ξύπνησε το τηλεφώνημα ενός lunatic πελάτη που έκρινε σκόπιμο να με πάρει στο κινητό, να με ρωτήσει τί κάνω και πώς πάνε οι υποθέσεις του, μεσούσης της άδειας. Τον καταράστηκα, ήπια καφέ και πήρα το λεωφορείο να γυρίσω στον Άγιο Νικόλαο. Έκανε τόση ζέστη που από τις παραισθήσεις έβλεπες στον ουρανό αντικατοπτρισμό της καούκας του Καντάφι.

Πίσω στο εξοχικό, ήρθε το Παιδί του Λουλουδιού και της Συντρόφισσας Λάο Τσε, με την παρέα της κι επιδοθήκαμε σε νέο γύρο φαγητού και μπάνιου.

Εντάξει, το Σάββατο επιστρέφω, τέρμα η αναμετάδοση, μη δείτε άνθρωπο αδειούχο, αμέσως να τον κατακρίνετε. Μόνο ο Φοίβος* με καταλαβαίνει.



35 36 37 38