01 02 03 Dear All, I've got some news: Το βασίλειό μου για μια άδεια. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Το βασίλειό μου για μια άδεια.

34

Ντίαρ ολ,

Την Παρασκευή μετά τη δουλειά, αναχωρήσαμε με το Μ, το Γ και τη Μ για την Παλιά Επίδαυρο. Με Κώστα Μπίγαλη στο σιντιπλέιερ, φτάσαμε αργά το βράδυ στο οργανωμένο κάμπινγκ δίπλα στο χωριό. Άλλη μια φορά είχα κάνει ελεύθερο κάμπιγκ στο Γαϊδουρονήσι, το '08, οπότε δε με λες και άσχετη, δε με λες όμως και γκουρού. Ήθελες δεν ήθελες βέβαια, εκεί θα κατέληγες, διότι κάτω απ' τα Ίσθμια δεν υπήρχε ξενοδοχείο/δωμάτιο/παγκάκι ελεύθερο ούτε για δείγμα, ένεκα ο Κέβιν ο Σπέισι και ο Ριχάρδος ο Τρίτος. Αν δεν είχες δηλαδή γάμο ή βάφτιση, το περασμένο Που Σου Κου, είχες Κέβιν, και για να έχεις Κέβιν, σημαίνει ότι είχες στήσει καραούλι πάνω απ' το site του Ελληνικού Φεστιβάλ, με το δάχτυλο στο ριφρές, τη βραδιά που βγήκαν τα εισιτήρια (κάπως έτσι 9000 άτομα καταφέραμε μα μη ρίξουμε το σέρβερ).

Στο κάμπινγκ βρήκαμε δυο θεσούλες να στήσουμε τις σκηνές, οριακά, διότι τη δική μας ιδέα την είχαν κι άλλοι, πολλοί. Η δική μας σκηνή ήταν πράσινη, στο χρώμα του λαχανοντολμά, με εμπριμέ πρόσοψη και χωλ. Στήσαμε πολύ γρήγορα: ο Μ και ο Γ μέχρι και ηλεκτρική τρόμπα είχαν αγοράσει, που έβγανε ήχο σαν 1600άρι πιστολάκι και φούσκωνε διπλό στρώμα-καρφούρ 19,90 σε δυο λεπτά μάξιμουμ (δώσε κι άλλο μάστορα). Σε γενικές γραμμές βέβαια δεν το 'πιανα πώς πήγαινε (ααα, δένουμε τη σκηνή στο δέντρο, εε... και άλλες μακρόσυρτες παύσεις).

Το πρωί ξύπνησα από τη ζέστη και ουχί από τον ήλιο που διαπερνούσε το γιγαντιαίο ντολμά (είχα τυλίξει τα μάτια μου με τα μαλλιά μου, μπητ δατ). Ήταν μια πρώτης τάξης ευκαιρία για να αισθανθείς όπως οι ντομάτες Ιεράπετρας μέσα στο θερμοκήπιο, ζουμερός, έτοιμος να σκάσεις και κόκκινος κονκασί. Η παραλία του κάμπινγκ, βοτσαλωτή και κατάφυτη, είχε καταπληκτική θερμοκρασία για όποιον σκεπάζεται στον καύσωνα (μπλουμ, πλιτς, ααχ, λιποθυμία δίπλα απ' το φραπέ). Στο ψιλικατζίδικο πέτυχα μιλκαφέ, που είχα να το πιώ απ' όταν έπαιζε η τηλεόραση το “Ρετιρέ” σε πρώτη προβολή, και πλαστικά κρουασανάκια, της πρώτης νιότης του συσκευασμένου αρτοποιήματος.

Περπατώντας πάνω κάτω, κατάλαβα ότι ήμασταν οι Μάρθες Βούρτσες του κάμπινγκ (πτωχές και τίμιες), διότι οι αποδέλοιποι είχαν στήσει κανονικό νοικοκυριό. Σκηνές σαν αυτές που έμενε ο Καντάφι(ς) στις περιοδείες του, με ενσωματωμένο βραστήρα/φουρνάκι/ζαρντινέρα/φερ-φορζέ/νιντέντο, πλουμιστά κουρτινάκια, ινσταλέισονς με μανταλάκια (περιστρεφόμενη πολυκρεμάστρα για μαγιό): το τμήμα σχεδιασμού των πολυχρηστικών προϊόντων του τηλεμάρκετινγκ έχει προϊστάμενο κάποιον που έχει φάει τη ζωή του να ψάχνει πατέντες για το well being του κάμπινγκ. Μέχρι και led τηλεόραση είδα (οι συγκεκριμένοι την είχανε για να βλέπουνε Λαζόπουλο – αν είναι έτσι, κάτσε στην Κολιάτσου καλύτερα, πού να τρέχεις στην Αργολίδα) κι εμείς ούτε κωλόχαρτο δεν είχαμε φέρει μαζί μας (οργάνωση, αυτός ο άγνωστος).

Το απόγευμα του Σαββάτου πήγαμε νωρίς στο θέατρο, όπου βρισκόταν ΟΛΟΙ (“θεία απ' το Σικάγο, Κουνάβι,, Λάο Τσε, Αφροδίτη των Ιονίων, κ.λπ.) όλοι σετ με κουνιάδους, αδέρφια, μπατζανάκηδες, κουμπάρους, συναδέλφους, η Νόνικα Γαληνέα τυλιγμένη στο κινέζικο μετάξι, ο Ρουβάς (που δεν τον είδα), η Λάτση (που δεν με είδε, αλλιώς θα συνέχιζα το διήμερο στο σκάφος, μαλακία παίχτηκε).

Αφού μας ακούσανε μέχρι το Κουτσοπόδι σε μόουντ «αααα,[γουρλώνει μάτι] κι εσύ εδώ!!!» (ναι, μωρή, κι εγώ εδώ, οι μόνοι που έχουν μείνει στην Αθήνα είναι οι κατσαρίδες και οι δεκοχτούρες και δεν είμαι τίποτα από τα δύο), καθίσαμε στην πυρωμένη πέτρα (φουσκωτό μαξιλαράκι, σ’ αγαπώ, τώρα και για πάντα) και φωτογραφίζαμε ο ένας τον άλλο (το «ρούφα κοιλιά» είναι το νέο «πες τυρί»), γιατί οι επαγγελματίες φωτογράφοι είχανε πέσει πάνω στους διάσημους (ανεξήγητο πράμα).

Η παράσταση ξεκίνησε στη δύση του ήλιου, με μονόλογο του Ριχάρδου: ο Κέβιν καθόταν σε μια πολυθρόνα στη μέση της σκηνής, ξεστομίζοντας λόγια βγαλμένα απ’ την ψυχή μιας εκδικητικής σκουληκαντέρας, διψασμένης για εξουσία που δεν του χαρίστηκε. Στην τρίωρη διάρκεια της παράστασης, ο Ριχάρδος (για τους φίλους του «δολερό βατράχι» ή «πρησμένη αράχνη», ό,τι προτιμάτε) καταπίνει τα πάντα στο δρόμο του για το θρόνο: τα σόγια του, τη γυναίκα του, τους βοηθούς εκπλήρωσης του σκοπού του. Μέχρι να τον καταπιεί κι αυτόν το πεπρωμένο, που τόσο συχνά επικαλείται, σε μια προσπάθεια εμπαιγμού των θυμάτων του (και του ύπουλου εαυτού του). Η χαμερπής σαύρα, στην τελευταία σκηνή, όπως έθεσε το ζήτημα ο Σαμ ο Μέντεζ, αφού προσφέρει το βασίλειό του για ένα άλογο και κανένας δεν του δίνει ούτε σέλα (τί σας ζήτησε ρε, ο άνθρωπος, πού να σας ζητούσε και δανεικά δηλαδή), πληρώνει τις αμαρτίες του μια μια, με το θάνατο και τη σύληση του σώματός του, που κρεμιέται ψηλά, σαν χαμόν σεράνο, έρμαιο στα όρνια και τη χλεύη των οχτρών του. Αυτή η μοιραία οχιά, παρά τα πολλαπλά φονικά, την άκρατη φιλοδοξία και το αποκρουστικό σουλούπι, με κάποιο τρόπο (ίσως επειδή οι αλήθειες που φτύνει σα κουκούτσια θυμίζουν κάποιο γνωστό μας), κερδίζει τη συμπάθεια(;) ή έστω, την προσοχή μας εξαρχής.

Το μόνο ντεφό αυτής της καταπληκτικής παράστασης (που πράγματι, θα έδειχνε αλλιώς σε έναν πιο μικρό χώρο, για να μπορείς να κοιτάς τους πρωταγωνιστές στα μάτια), ήταν οι σαρδέλες που έφαγα το μεσημέρι και μ’ έστειλαν για κατούρημα 18 φορές (επαναλάμβανα σταθερά στις ταξιθέτριες «όχι μην κουράζεστε, ξέρω πού κάθομαι, τουαλέτα είχα πάει»).

Αποθεώσαμε τον Κέβιν (προσωπικά χειροκροτούσα και για το Se7en, τους Συνήθεις Υπόπτους και για όλα τ’ άλλα, αναδρομικά) και περιμέναμε αρκετή ώρα, τρώγοντας ληγμένα M&Ms, μέχρι να ξεφρακάρει ο κόσμος, να πάμε στο αυτοκίνητο.

Στο δρόμο για το κάμπινγκ βρισκόταν η ντίσκο «Capaki» (όπως το βλέπεις, με “C”), όπου σταματήσαμε για ένα ποτό. Χωνευτήρι πολιτισμών η ντίσκο μέσα στους πορτοκαλεώνες. Παιδάκια που σέρναν οι γονείς τους (παρκαρισμένη πεθερά σε άλλο νομό, καθόλου κονβίνιεντ), πιτσιρίκια 15χρονα (έξοδος κατασκήνωσης; Ελαστικοί γονείς; Ποιος ξέρει.), ένα σκασμένο 18χρονο που στις τουαλέτες (46η φορά μετά τη σαρδέλα) που μου μίλησε στον πληθυντικόπεράστε» και στα μούτρα σου), ο Διονύσης Φωτόπουλος με την παρέα του, τουρίστες και ντόπιοι θαμώνες (παρκαρισμένο 4x4 με διαφήμιση «αμμοβολές, αλουμίνια, νεροχύτες, υδραυλικά, όλα τα σφάζω»).

Η μισή ντίσκο ήταν σε κυκλαδίτικο(;) στυλ (ασβεστωμένα πεζούλια), η άλλη μισή σε μπαμπουδένιο περιτύλιγμα (απ’ το Σαμ Μέντεζ στον Όμηρο Ευστρατιάδη), με πίστα και σομόν γυψοσανίδες στα μπαρ. Απ’ το Ρακιντζή πέρασε κάποια στιγμή σ’ ένα μπητ της κακιάς της συμφοράς, που περιείχε τη φράση «sex on the beach» και έΖμπρωχνε τα πιτσιρίκια του γυμνασίου σε τρανς: δυο κοριτσάκια ανέβηκαν στη μαρμάρινη μπάρα και χόρευαν με τέτοιο τρόπο, που στην αρχή νομίζαμε ότι ήταν του καταστήματος (δε βαριέσαι, παιδιά είναι, αν πήρανε τουλάχιστον το λόουερ, κομμάτια να γίνει).

Πίσω στο ντολμά-θερμοκήπιο, τα αγγούρια μεγάλωναν, τα καρπούζια φάρδαιναν και τα (αργίτικα πλέον) πεπόνια γλύκαιναν, καθώς η Κυριακή ξημέρωνε. Απέτυχα να τυλίξω τα μάτια μου με τα μαλλιά μου (ο αέρας έφερνε τη φωνή της Σοφίας της Αρβανίτη από κάπου κοντά, με αποτέλεσμα να αποσπάται η προσοχή μου) και ξύπνησα 9:30, για να τρέξω στο καυτό το βότσαλο με τον Χάρυ τον Πότερ στο χέρι. Στη ρέγκλα της σκιάς του πουρναριού, μέτρησα τις εργάσιμες μέρες που απέμεναν μέχρι την επίσημη έναρξη των διακοπώνε (5 τις έβγαλα, αλλά ο Χάρυ μπορεί να έχει κανένα σχετικό ξόρκι και θα τσακιστώ να τελειώσω το βιβλίο σήμερα, μπας και συντμηθεί η αναμονή). Ο φραπές έγειρε νωχελικά στο πλάι της μπανιοτσάντας, οι βαρκούλες πλατάγισαν στο θαλασσινό αεράκι κι ο Σαίξπηρ ήχησε στο αυτί μου «το βασίλειό μου για ένα παγωτό καϊμάκι». Αντ’ αυτού, πάλι σαρδέλες και γραφείο την επόμενη. Πού θα πάει…

Ετικέτες , , ,

35 36 37 38