01 02 03 Dear All, I've got some news: Πιάσε μια πούδρα με απ’ όλα. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Πιάσε μια πούδρα με απ’ όλα.

34

Ντίαρ ολ,

Αυτές τις μέρες δε με λες και κλειδωμένη μέσα στο σπίτι, δε με λες όμως και δημοσιογράφο του Αθηνοράματος. Κάπου πάμε, κάπως ερχόμαστε, λίγα πράματα όμως. Φεστιβάλ Αθηνών δεν πήγα (ακόμα), Fringe δεν πήγα (πάλι), Amy δεν πήγα (κανείς δεν πήγε), Ejekt δεν πήγα (ούτε για την παρηγοριά), ΙΚΕΑ πήγα (αλλά ποιος νοιάζεται).

Το Σάββατο το βράδυ πήγαμε με το Μ σε ένα εστιατόριο στο Μεταξουργείο. Μια φορά το χρόνο, παριστάνουμε εγώ τη Γιάννα (χωρίς τους Ολυμπιακούς Αγώνες και το μπότοξ) κι ο Μ τον Θόδωρο Αγγελόπουλο (χωρίς τη Χαλυβουργική) και πάμε σε ένα ακριβό γκουρμέ φαγάδικο. Πηγαίναμε δηλαδής, διότι από του χρόνου θα πηγαίνουμε, μόνο αν μας τα κερνάει ο εκάστοτε υπουργός οικονομικών. Μέχρι φέτος τέλος πάντων και για μια φορά το χρόνο, ξεχνούσαμε προς στιγμήν αυτά που τρώγαμε στα χωριά μας (ο Μ το πιλάφι στο ζουμί του πρόβατου κι εγώ τα λαζάνια στο ζουμί της κατσίκας) και κάναμε ένα βήμα προς τη φιούζιον κουζίνα, μπροστά στην οποία η μέση ελληνίδα νοικοκυρά: (α) βγάζει φλύκταινες, (β) αναζητά όλο αγωνία τον Τσελεμεντέ, να τον αποκαταστήσει στο εικονοστάσι.

Τα γκουρμέ εστιατόρια είναι τα μόνα μέρη όπου αναδεικνύονται κάπως οι πλούσιες, σαν κρεμ φρες, γαστριμαργικές γνώσεις μου, τις οποίες έχω αποκτήσει μετά από πολλά έτη σιελόρροιας επί του καναπέ στις ώρες προβολής της «Μπουκιάς» του κυρ-Ηλία Μαμαλάκη. Αυτές οι γνώσεις, που εμπλουτίστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την εβδομαδιαία ανάγνωση περιοδικών γεύσης (έχω παραμερίσει βιβλίο «ενδίκων μέσων» για το Γαστρονόμο, σε δύσκολες, προπτυχιακές ώρες), είναι εξαιρετικά χρήσιμες (κάνεις τον ξερόλα στην παρέα με την οποία επισκέπτεσαι αυτά τα μέρη, παίρνεις «τυράκι» στο τρίβιαλ and so on). Βλέπεις π.χ. τη λέξη «κινόα» στο μενού, να ξέρεις τι είναι, να μη νομίζεις ότι παρήγγειλες μοσχαρίσια γλώσσα.

Φτάσαμε περί τις 9:30, μέσω ενός άδειου και κακομοιριασμένου κέντρου (δήμαρχε, κάνε το θαύμα σου), σε ένα μπεζ ανακαινισμένο νεοκλασικό κτίριο, με ξύλινα καλογυαλισμένα πατώματα και εσωτερική πέτρινη αυλή. Καθίσαμε έξω (βράζαν τα μπετά) και παραγγείλαμε από έναν κατάλογο που περιείχε 15 πιάτα όλα κι όλα (το εκτιμώ πολύ αυτό σε ένα μαγαζί, όσοι έχουν από μπριάμ μέχρι σούσι στον ίδιο κατάλογο, είναι απίθανο να τα κάνουν όοολα και να συμφέρουν).

Η σερβιτόρα μας είπε μόλις ήρθε, με απολογητικό ύφος, ότι «δυστυχώς μας τέλειωσε το ορτύκι με μαρμελάδα πιπεριάς Φλωρίνης» και μου ‘ρθε να τη χαστουκίσω, που μας περιμέναν ΧΩΡΙΣ το ορτύκι. Σα να πηγαίνεις σε ηπειρώτικη ταβέρνα και να τους έχει τελειώσει η φέτα. ΑίσΚος. Το κατάπια, και έστρεψα την προσοχή μου στα υπόλοιπα πιάτα, που περιλάμβαναν κυρίως κρέας και ψάρι (εχθροί του υδατάνθρακα, εχθροί δικοί μου. Αλλά τι να κάνεις.).

Κανένα δεκάλεπτο το βασάνιζα το ζήτημα (ένεκα η περιέργεια να εντοπίσω και να διαλέξω τη μεγαλύτερη κουλοσύνη επί χάρτου), ο «Θόδωρος» αγάπησε αμέσως μια σούπα, που φιγουράριζε κεντρικά του μενού. Ήρθαν αρχικά δυο πιατάκια με «πανακότα φέτας» και «πούδρα ντομάτας», καθώς και μια ψωμιέρα με κριτσίνια και κριτσανιστά ψωμάκια. Πολύ κρίτσι κρίτσι δηλαδή. Η πανακότα φέτας ήταν δυο λευκά κουμπιά, με πλούσια γεύση γαλακτερής φέτας. Για να φάς όπως το ‘χε φανταστεί ο σεφ, περνούσες το πανακοτάκι πάνω από την πούδρα ντομάτας (είναι η πούδρα που φοράει η ντομάτα, για να μην είναι χλωμή). Ζενιάλ, αλλά τοσοδούλι. Ναι, ξέρω, η υψηλή γαστρονομία έτσι είναι. Της απόλαυσης και της δίαιτας.

Μετά ήρθε η πράσινη σαλάτα, με λόλο ρόσο και λόλο βέρντε (Λόλα, να ένα μήλο), θρυμματισμένο φουντούκι, μανούρι και βινεγκρέτ πορτοκάλι. Εξαίσια, την κατάπια στο πεντάλεπτο (είχα λιμάξει όλη μέρα). Χωρίς παπάρες (έχουμε τρόπους στον έξω κόσμο).

Η χλιαρή σούπα καπνιστής μελιτζάνας συνοδευόταν από λάδι τρούφας (σε λίγο θα υπάρχει ΚΑΙ στα σουβλατζίδικα το λάδι τρούφας), μια κουταλιά γιαούρτι (το παχύ, της σακούλας), chives (σχοινόπρασο – αχ, πόσα ξέρεις) και πούδρα αυγοτάραχου. Πούδρα. Αυγοτάραχου. Είναι η πούδρα που βάζει το κεφαλόπουλο στ’ αυγά του, για να καλύψει τις διχρωμίες και τις ατέλειες. Πολύ νόστιμη η σούπα, σαν χουνκιάρ μπεγεντί (αχ, ΠΟΣΑ ξέρεις), χωρίς το κοκκινιστό από πάνω.

Το δεύτερο ορεκτικό ήταν σαρδέλες τηγανιτές σε κουρκούτι τεμπούρα (όπως το κάνουν οι Γιαπωνέζοι – μα ΠΟΣΑ ξέρω), που συνοδευόταν από μαρμελάδα ντομάτας με ταμπάσκο και μαρμελάδα σύκου με κρεμμύδια. Στην πραγματικότητα, δεν ήταν μαρμελάδες, ήταν τσάτνεϋ, αλλά το κατάπια ΚΑΙ αυτό, παρά και το χουνέρι με το ορτύκι (το τσάτνεϋ εγώ το ήξερα μόνο, ο «Θόδωρος» ούτε που το είχε φανταστεί).

Μετά τη σαρδέλα ήρθαν τα κυρίως πιάτα. Ο «Θόδωρος» έφαγε ένα λιτό σπανακόρυζο με φρέσκο καλαμάρι. Δε δοκίμασα, διότι σπανακόρυζο φτιάχνω και στο σπίτι μου. Όχι εγώ, ο οικογενειακός σεφ (όλα κι όλα).

Το δικό μου πιάτο είχε έναν τίτλο σιδηρόδρομο, ξεκινούσε με «παντσέτα» και κατέληγε με «γιασεμί». Φυσικά από την ώρα που το παρήγγειλα μέχρι τη στιγμή που έφτασε, είχα συγκρατήσει μόνο ότι περιλάμβανε ένα τμήμα γουρουνιού, αλλά η σερβιτόρα ήταν πολύ κατατοπιστική. Έφερε ένα μαύρο ξύλινο πλατό (είχε σκοτεινιά έτσι κι αλλιώς, διότι ήμασταν μόνο με τα ρεσώ), στο οποίο είχε τοποθετηθεί η παντσέτα, με την καβουρντισμένη επιφάνεια και το καραμελωμένο σιρόπι της από κάτω. Η παντσέτα είχε πάχος 3 εκατοστά, τα δυο λιπάκι, το ένα κρέας. Ο Μαμαλάκης θα λιποθυμούσε απ’ τη χαρά του. Στην κορυφή είχαν καραμελώσει γιασεμί (τα πέταλα; τη γύρη; τα κλαδιά; Δεν κατάλαβα ακριβώς) και είχαν πασπαλίσει με coco pops. Ναι, αυτά με τη μαϊμού στο κουτί. Διαγώνια της παντσέτας υπήρχε ένα ορθογώνιο παραλληλεπίπεδο μαύρο σαν τη νύχτα, μια πατάτα βρασμένη σε ισπανικό λουκάνικο τσορίθο, περιλουσμένη με μελάνι σουπιάς. Ανάμεσα στην πατάτα και την παντσέτα, υπήρχαν δύο γραμμές, σαν του Προαστιακού: η μία με θρυμματισμένο «κάτι», που μύριζε ωραία (σαν αμύγδαλο σε σκόνη, σαν την αγάπη που χάθηκε στη σκόνη, δεν κατάλαβα), η άλλη με «ποπ-κορν» από το λίπος της παντσέτας. Το πλατό συμπλήρωνε ένα σφηνάκι σορμπέ γιασεμί με κάτι άλλο, για να ζμπρώχνεις τα λίπια κάτω. Η αλήθεια είναι ότι η παντσέτα τη στέγνωνε την καταπιώνα, παρά τη «μαλαγουζιά» Γεροβασιλείου (όψιμου τρύγου βέβαια. Αν τολμούσαν να φέρουνε πρώιμου τρύγου, χαμός θα γινότανε. Μη θυμηθώ πάλι το ορτύκι).

Μετά το φαγητό μας κεράσανε κι ένα λιμοντσέλο. Χωρίς πούδρα. Κακώς. Γλυκό δε φάγαμε. Τόσο λίπος της παντσέτας, μου είχε φρακάρει το σύστημα.

Η βραδιά έπρεπε να τελειώσει με τζόγκινγκ, γύρω απ’ την πλατεία Καραϊσκάκη, για να καούν οι θερμίδες. Δε βαριέσαι όμως, τις κρατήσαμε για μια δύσκολη ώρα. Που θα ‘χουμε ξεμείνει κι από λεφτά. Κι από πούδρα.

Ετικέτες , , ,

35 36 37 38