01 02 03 Dear All, I've got some news: Ο μπαρμπα-Λάμπρος χτυπάει μόνο μια φορά. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Ο μπαρμπα-Λάμπρος χτυπάει μόνο μια φορά.

34

Ντίαρ ολ,

Το σ/κ του Αγίου Πνεύματος, προς άγραν ξεκούρασης και επιφοίτησης (αυτό που κατεβαίνει το πνεύμα στο κεφάλι σου και μετά μιλάς 10 γλώσσες χωρίς τη συνδρομή της Τίνας Ζωγοπούλου), πήγα στην Άνδρο με τον Μ και τη Μ. Για την ακρίβεια, πήγα με τον Μ, τον Μ και τη Μ, δηλαδή πήγα με 3 ανθρώπους που το όνομά τους αρχίζει από Μ, ενώ το δικό μου αρχίζει από Ν (συνειρμοί mode: on). Χάριν συντομίας λοιπόν, πήγα στην Άνδρο με τους M&Ms.

Το Σάββατο το πρωί μπήκαμε στο ΚΤΕΛ Αττικής με κατεύθυνση τη Ραφήνα, όπου πετύχαμε οδηγό το φίλο μου το Γ (να κι ένας που το όνομά του δεν αρχίζει από Μ). Μας πήγε τσούκου τσούκου μια χαρά μέχρι το λιμάνι (ροχαλητό mode: on), τόσο που ένιωσα σαν την κυρία Ντέιζι με τον σωφέρη τονε δικό της (ωραίο πράμα να σε πηγαίνουν και να σε φέρνουν και κυρίως να σ’ αφήνουν να κοιμηθείς ταυτόχρονα).

Η Άνδρος είναι ένα μεγάλο νησί (κατηγορία: θέλεις-πάνω-από-15-ευρά-στις-βενζίνες-για-να-το-γυρίσεις-όλο), όχι typical κυκλαδίτικο (δηλαδή όχι κρανίου τόπος), πάνω στο οποίο αναπτύσσεται μια ΖΟΥΓΚΛΑ από δέντρα και φυτά, καθόσον βρέχει, βρέχει και ξαναβρέχει και με κάποιο (επιστημονικό) τρόπο τα νερά συγκρατιούνται και το νησί ανθεί και λουλουδίζει. Καλά, μπορεί να εξηγείται και με κάποιο ζωδιακό τρόπο, δεν θα τα χαλάσουμε στον τρόπο, το θέμα είναι ότι έχει παντού νερά, ρέματα και ρεματάκια, βρυσούλες, σε βαθμό συχνουρίας και κυρίως έχει τόσα γεφύρια όσα και τα Ζαγόρια. Μέχρι και δάση φύονται επί της ενδοχώρας της Άνδρου, με δέντρα αψηλά (ίσαμε τον Άρβιντας Σαμπόνις), πυκνές φυλλωσιές και θάμνους (με πήρες μπουμπούκι και με κατάντησες θάμνο και δη ξυλώδη, δασικό), λουλούδια και φυτά αγνώστου ταυτότητας (αγνώστου σε μένα, που γνωρίζω τη φύση κάθε βράδυ απ’ τα ντοκιμαντέρ).

Η Χώρα της Άνδρου είναι μια κυκλαδίτικη Ντίσνεϋλαντ, τα σπίτια μεγάλα κι αρχοντικά, φρεσκοβαμμένα και καθαρά, τόσο περιποιημένα όσο σε σκηνικό ταινίας. Φτώχεια καταραμένη. Δύσκολο να είσαι εφοπλιστής. Όλη μέρα πρέπει να επιβλέπεις μπογιατζήδες στο πατρικό σου (όχι εσύ, ο Ινδός μπάτλερ). Όταν πήγαμε στη Χώρα είχε κι ένα ράλι με κάτι πτωχά ιστιοπλοϊκά, σε μήκος σαν το Knossos Palace. Να βάζεις τα Michael Kors τα resort, για να καμαρώσεις το γιόκα/πατέρα – καπετάνιο/ γκόμενό σου και να πιάνουνε τόπο («Leo, darling, prosehe to floko mi sou rthei sto doxa patri»).

Το Μπατσί (Γουρούνια-Δολοφόνοι) είναι σαφώς πιο πτωχικό (μας είπαν ότι τα παλιά τα χρόνια εκεί έμεναν οι αξιωματικοί, ενώ στη Χώρα κατοικούσαν οι εφοπλισταί και οι καπεταναίοι), αλλά και Μπίθουλα δεν το λες, καθόσον έχει κι αυτό σπίτια όμορφα, αψηλά κι ασπρισμένα, είναι καθαρό και περιποιημένο (όπως και κάθε χωριό απ’ το οποίο διήλθαμε). Το λιμάνι της Άνδρου είναι το Γαύριο, στο οποίο (τα παλιά τα χρόνια πάντοτε, που ο κόσμος δεν ήταν ίσος κι όμοιος, όπως τώρα που ‘χουμε επανάσταση στα σκαριά) έμενε το πλήρωμα, οι μούτσοι δηλαδή, οι έρμοι οι ναυτεργάτες που έξυναν τις πεταλίδες από την πλώρη, που σφουγγάριζαν τα πατώματα και θαλασσοπνιγόταν για το καλό του εμπορικού στόλου του αφεντικού τους. Όχι, δεν ξύπνησε η Αλέκα μέσα μου, απλά έγινε εκτενής σχετική συζήτηση κατά την ολιγόωρη παραμονή μας στο Γαύριο, στη διάρκεια της οποίας πέρασε από μπροστά μας ο Τσίπρας (με γυναίκα και τσιπράκι), οπότε η συζήτηση αριστερόφερε σαμχάου.

Πέραν των δασών και των ρεμάτων, η Άνδρος διαθέτει και ωραιότατες παραλίες, αρκετά ήσυχες (ίσως και λόγω εποχής), για κάθε γούστο και διάθεση, να πας να την αράξεις κάτω απ’ τη μουριά (κατηγορία δική μας: «κάνω χαρτιά για σύνταξη αυτό τον Ιούλιο, μην τυχόν και χάσω στο μεταξύ το εφάπαξ») ή να πας να κωλοχτυπηθείς, στο ΄να χέρι τη ρακέτα, στ’ άλλο χέρι το μοχίτο (κατηγορία «εδώ που είσαι ήμουνα κι εκεί που είμαι θα ‘ρθεις»).

Στο πλοίο της επιστροφής γινότανε προσκύνημα, όπως εξάλλου και στο πλοίο της μετάβασης (η Μενεγάκη δε μας πήρε μαζί της στο κότερο, να σκάσω είμαι). Το δίωρο περνάει γρήγορα και τη Μαρί Κλαίρ να μην έχεις μαζί σου, και i-pad να μην έχεις ψωνίσει και μπαταρία για το «σπάσε-τα-μπαλάκια-στο-κινητό» να μην έχεις, διότι μπορείς να παρατηρείς και ν’ ακούς το πλήθος, μέσα απ’ το οποίο πέντε κοιτάς, είκοσι καταλαβαίνεις. Περί ταξιδίων, διακοπών, κρίσεως, ελληνικής οικογένειας και άλλων τρεχόντων υποθέσεων με τις οποίες καταπιανόμαστε αυτή την περίοδο. Κατά τούτο, ίδετε τις κατηγορίες ταξιδιωτών του τριημέρου, με αυστηρά υποκειμενικά κριτήρια πάντοτε:

· Κατηγορία «κάτσε εδώ Gένη», με το Τζι το παχύ, του Πάουερ ΡέινΤΖερ. Η τσιρίζουσα διαταγή προέρχεται από τη μάνα της Τζένης, που είναι πρέσβειρα καλής θέλησης της κρεπαρισμένης δαμασκηνί καούκας (early 90’s τέτοιες ώρες με ξεπερνάτε), φέρει κρίκους-πάτους ποτηριού, σταυρό Πατριαρχείου Αλεξανδρείας («δώρο του Μάκη μου, στην 20ή επέτειο, όλο ζιργκόν, ε; Ξοδεύτηκε το αγόρι μου»), φόρμα ροζ μπομπονιερί με στάμπα φιλόδοξη, έκτασης βραχονησίδας στ’ ανοιχτά της Καλύμνου, με περιορισμένη παραταύτα δυνατότητα κάλυψης οπισθίων μάνας Gένης. Ή βάζεις κάτι άλλο (τισέρτ τα’ αντρός σου) ή παίρνεις μέρος άμεσα στο νέο ριάλιτι «Λιποαναρρόφηση ώρα μηδέν».

· Κατηγορία «ΤΖένη». Με το παχύ, βέβαια. Η ΤΖένη είναι 5-6 ετών, ένα μέτρο και κατιτίς ακόμα (όπου να ‘ναι με φτάνει το σκασμένο), φοράει όλη τη ροζ παλέτα της Vernilac, με καρδουλίτσες, πεταλουδίτσες, γοβίτσες και άλλες μικρομέγαλες αηδίες που πάνε και βάνουν στα παιδικά τα ρούχα κάτι διαστροφικοί υφαντουργοί. Κρατάει τους μαρκαδόρους σφιχτά και μουτζουρώνει ΤΑ ΠΑΝΤΑ γύρω της, εκτός από αυτό που θα ‘πρεπε. Τον κώλο της μάνας της. Γιατί το παιδί έχει τρόπους.

· Κατηγορία «μάνα της μάνας της ΤΖένης». Με κόμμωση «πάρτα μωρή Αγγελικούλα, λίγο από μπροστά, τώρα που τα ‘κανε και η Τρέμη», σε μαονί βέβαια (ενορία chic, μη μας πούνε παστρικιές με πιο ξανθό), μέτριο μήκος και ρίζα ασπρογκρί του Γκάνταλφ. Ίδια ηλικία. Πέντε χόμπιτ πάνω, πέντε χόμπιτ κάτω. Κάπρι 10 πόντους κάτω απ’ το γόνατο (στο ύψος μου κι αυτή, να το τονίσουμε), παπούτσι – φελλός σαμπάνιας Cair, μπλούζα πορτοκαλιά με όλα της τα φύλλα και τσάντα Ζουμπουλίας. Σέρνει τα υπόλοιπα παιχνίδια της ΤΖένης, μια σακούλα με κουλούρια Θεσσαλονίκης και μια κούτα ΝΟΥΝΟΥ για το παιδί. Τα κατάλοιπα της επιστράτευσης του ’74. Και τότε στα νησιά πηγαίνανε και τους βρήκε το κακό μεσοπέλαγα. Αγαπημένη ice-breaking ατάκα, για να σου πιάσει την κουβέντα και να μη σ’ αφήσει να τελειώσεις την παράγραφο στο editorial του Γεωργελέ , πάνω που βρήκες μια ώρα ησυχίας, «Παιδάκια έχετε;». Όχι, έχουμε εμβολιαστεί. Κουτσομπόλα.

· Κατηγορία «θεία ΤΖένης». Καστανό τζενιφερλοπεζί, με ψεύτικη λουί (btw στην Άνδρο είδα τόσες, που νόμιζα ότι το εργοστάσιο είναι κρυμμένο κάτω απ’ της Γριάς το Πήδημα και γίνεται ξέφρενο υποβρύχιο παραεμπόριο. Ή ότι έχουν φωλιά). Μπλούζα με φρουφρού τιρκουάζ στο τελείωμα (αντί για ματόχαντρο), κραγιόν της χρυσαφένιας άμμου ΜΕ κοχύλια. Πιο κάτω δε μπορούσα να κοιτάξω. Υποθέτω πλατφόρμα. Επιβίβασης λεωφορείου 608, «Γαλάτσι – Ζωγράφου», πιο κει μαντάμ, με ξεράνατε.

· Μαθητές ή απόφοιτοι λυκείου, με το μάτι τρομαγμένο από τις πανελλήνιες, θές να πας να τους κάμεις «πατ-πατ», ηρεμήστε, πάει περάσαν αυτά, κουράγιο, κι εγώ μέχρι να πάρω πτυχίο έβλεπα εφιάλτες με τη γεωμετρία. Σορτς, αμάνικο, προηγηθείσα συζήτηση με μάνα, ν’ αντηχάει στη μπουκαπόρτα: «Γωγούλα, με τόσο ανοιχτά τα αιρκοντίσια θα κρυώσεις», «Χέστηκα, θα βγω στο κατάστρωμα», «Γωγούλα, όλοι θα κοιτάν τα μπούτια σου», «Χέστηκα» (σκέτο, χωρίς excuse). Και πάει λέγοντας. Γωγούλα, κουράγιο. Βάλε παιδί μου, ό,τι θες, μια φορά ειν’ τα νιάτα. Η μάνα σου μπορεί να ‘χει ψηφίσει και Κατερίνα Παπακώστα στο παρελθόν. Δεν έχει πάντα δίκιο.

· Κατηγορία «η ώρα της απόσβεσης». Λουί, Γκούτσι, Τζούσι, όλα μαζί, για ένα άνετο και στυλάτο ταξίδι. Μη τυχόν και κουτουληθείς με το Λάκη το Γαβαλά στο Golden Star II, χωρίς να φοράς κάτι απ’ το κατάστημά του και μου κόψει το μπονζούρ και το μπονουί.

· Κατηγορία «εκδρομικός μπάρμπας». Συνοδεύει «εκδρομική θεία», σέρνει τσάντα με ροδάκια αγόγγυστα, ισιώνοντας την ψάθινη τραγιάσκα. Σκαστός βγαίνει στο κατάστρωμα για τσιγάρο, την ώρα που η θειά πάει στο μαγαζί του πλοίου, να πάρει μπένετον για τα εγγόνια. Ενίοτε και σε γκρουπ. Ροκανίζουν το εφάπαξ σε εκδρομές. Οι μπαρμπάδες στέλνουν τις πιο ευκίνητες γριές να δείρουν τον κόσμο κατά την επιβίβαση, προκειμένου να πιάσουν καναπέ. Η ομάδα ΔΙΑΣ έχει στερηθεί πολλούς μαχητές του εγκλήματος, λόγω του αναίτιου παροπλισμού της ελληνίδας εκδρομικής γριάς. Που’ν’το κράτος κύριε υπουργέ Δημόσιας Τάξης;

· Οικογένειες. Πατέρας πρώην ιστιοπλόος (όλα τα nautica του κόσμου μαζί). Μάνα να αγκομαχά που τέλειωσε το τριήμερο και τώρα θα τελειώσει και το σχολείο και ποιος τα μαζεύει. Παιδιά χαρούμενα. Και τριήμερο και σχολείο πάπαλα. Ζωάρα. Top συζητήσεις: «τι είν’ αυτή η μαύρη/εκρού/άσπρη βλακεία που πίνεις πάλι, ενώ τώρα θα φάμε», «θα κάνει εμετό το παιδί, δεν θα κάνει εμετό το παιδί» (αν το ξαναπείτε, θα κάνω εγώ στο τέλος), «πάρε το μπαμπά/παππού/συμπέθερο να του πεις ότι φύγαμε κι ότι είμαστε καλά» (έννοια σου, αν είχε καημό θα σας έπαιρνε αυτός πρώτα. Για την ακρίβεια η μόνη φορά που θα σας πάρει το τριήμερο, θα είναι γιατί δε θυμάται πού είναι οι μπαταρίες της φραπεδιέρας. Προς στιγμήν, χοροπηδάει στους καναπέδες), «μην ακουμπάς εκεί», «εγώ την άφησα πρώτη εκεί την τσάντα μου» (ναι, αλλά της αλληνής είναι ακριβότερη. Beat that).

· Κορεάτες με μπλούζα «I Love Greece». Ήσυχοι. Μια γωνίτσα πιάνουν και μιλάνε χαμηλόφωνα. Ευλογημένος λαός.

Και του χρόνου Μύκονο. Βασικά όπου πάνε οι Κορεάτες. Εκδρομή χωρίς ντεπόν, πάνω απ’ όλα.

Ετικέτες , , ,

35 36 37 38