01 02 03 Dear All, I've got some news: Δώστο, παιδί μου, μην το κρατάς. 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Δώστο, παιδί μου, μην το κρατάς.

34

Ντίαρ ολ,

Την Κυριακή το μεσημέρι πήγαμε με τη Γ στο ανοιξιάτικο “Swap Not Shop”, στο 6 D.O.G.S. Το «σουαπνοτσόπ» (το τελευταίο «σ» παχύ, όπως Άντζελα Δημητρίου) είναι μια εκδήλωση ανταλλαγής ρούχων, αξεσουάρ και παπουτσιών, που κάθονται μοναχικά στις ντουλάπες, τα συρτάρια και τις κούτες μας. Δε χωράμε πια μέσα σ’ αυτά (δεν είναι ότι τρώω παραπάνω, απλά μετά τα 25 στις γυναίκες του σογιού μας φαρδαίνει η λεκάνη), έχουμε βαρεθεί να τα βλέπουμε κι έχουν βαρεθεί κι αυτά να μας βλέπουνε (να μην τους δίνουμε καμία σημασία).

Τις προηγούμενες ημέρες έψαξα καλά το σπίτι και βρήκα τέτοια ρούχα, τα έβγαλα στο μπαλκόνι του κόσμου (των Εξαρχείων εννοώ) και τα φρεσκάρισα, για να είναι ευάερα και ευήλια (χρήση επιθετικών προσδιορισμών, όπως Άντζελα Δημητρίου). Πήρα την καλή μου τη σακούλα (τη σκληρή χάρτινη, με το λογότυπο, που το περιεχόμενό της το πλέρωσα σούσι για φιδέ), έβαλα μέσα τα ρούχα και τα αξεσουάρ και ξεκίνησα με τη Γ για την Ιπποκράτους (get-a-taxi-kyriakatika-project).

Κατά τις 2 και κάτι φτάσαμε κοντά στο 6 D.O.G.S., μ’ έναν ταρίφα που αγαπούσε πολύ τον Αντύπα όλες τις ώρες, και τα μεσημέρια της Κυριακής σαν τη μάνα του και με το «Για να μην τρελαθώ, γυρίζω τις νύχτες» μας άφηκε Ευριπίδου και Αιόλου, όπου μέχρι να πληρώσουμε με ανοιχτή την πόρτα, μεράκλωσε το σύμπαν απ’ την ένταση του άσματος και οι φανέλες απ’ το γωνιακό εσωρουχάδικο σκιστήκαν μόνες τους.

Περπατήσαμε ανάμεσα στα μαγαζιά με τα πόμολα (μιλάς με γρίφους, γέροντα), φτάσαμε στο 6 D.O.G.S. (αδυνατώ να το χαρακτηρίσω «μαγαζί». Μαγαζί είναι το μανάβικο στην Καλλιδρομίου). Οι διοργανώτριες είχαν στήσει απέξω τρεις τεράστιους ξύλινους πάγκους, ο αριστερός με αντρικάπου λες, χτες που έλειπε ο Τάκης βούτηξα 5 από τα 25 γαλάζια πουκάμισα και 3 από τα 10 ολόιδια λιβάιζ 501, πρέπει να ξεφρακάρουμε τη ντουλάπα του, ελπίζω να μην το πάρει χαμπάρι». Ναι, γκαβός είναι ο Τάκης, νομίζεις), ο μεσαίος γυναικεία (όταν φτάξαμε είχε το ύψος του Λυκαβηττού, όταν φύγαμε πλησίαζε τα Λευκά Όρη), ο τρίτος γυναικεία παπούτσια και αξεσουάρ (περί τις 4:30 δεν είχε μείνει πόντος ξεσκέπαστος), ενώ υπήρχε κι ένας τέταρτος, πιο μικρός, με κορδέλες και διάφορα άλλα είδη ραπτικής πάνω του. Όποιος ήθελε πήγαινε εκεί και έβρισκε τρόπους αξιοποίησης/μεταποίησης των ρούχων που είχε βαρεθεί (π.χ. άλλο ένα παλιό άσπρο μπλουζάκι, τί είναι άλλο ένα παλιό άσπρο μπλουζάκι, άλλο ένα εν δυνάμει ξεσκονόπανο. Όχι πλέον, φίλες και φίλοι, σκεφτείτε, προμηθευθείτε, κουνήστε το κουλό σας και κάντε το καινούργιο. Ωραίο χόμπι για μάνα, επίσης).

Βρήκαμε την μία διοργανώτρια, την Θάλεια, μας κατατόπισε, μας σφράγισε το χέρι με το νέο logo του σουαπνοτσόπ (παχύ το «σ», έχω πει) και αδειάσαμε τις σακούλες μας στον μεσαίο πάγκο.

Ξεκινήσαμε την έρευνα από τον πάγκο – sos, ήτοι αυτόν με τις τσάντες/ ζώνες/ παπούτσια/ τρεις από τους λόγους για τους οποίους δουλεύω (πριν τα torrent δούλευα και για τα cd). Μπόλικο πράμα είχε, πέδιλα, σαγιονάρες, γόβες, κάτι σουτιέν (how come), στις τσάντες πέτυχα ένα λαβράκι (άντρες, πηδήχτε γραμμή, άχρηστη πληροφορία για σας) σκληρή ορθογώνια μπεζ απομίμηση κροκό, με υπόχρυσο κούμπωμα και λουράκι για τον ώμο, η Γ βρήκε μια μωβ με μπεζ χερούλι και φιογκάκι (άντρες, ομοίως), δερμάτινη, με υφή στρουθοκαμήλου (ναι, στρουθοκαμήλου, σας προειδοποίησα να πηδήξετε και δεν το κάνατε).

Μεταφερθήκαμε στο μεσαίο πάγκο (όπως «μεσαίο χώρο», χωρίς τον Αβραμόπουλο), όπου υπήρχαν δεκάδες τζιν (zara/ μάρα/ μισσίξτι και άλλα), εκατοντάδες μπλουζάκια όλων των τύπων, πολλά πουκάμισα, υφασμάτινα παντελόνια, φούστες, κασκόλ, φουλάρια, φορέματα (μερικά από αυτά με τις ταμπέλες ακόμα), μέχρι και μαγιό πήρε το μάτι μου (δεν πειστήκαμε ότι έρχεται το ρημάδι το καλοκαίρι βέβαια). Ψάξαμε όλο τον πάγκο, επί 3 βόλτες συνολικά, θυμήθηκα τη γιαγιά μου που όταν ήμανε μικρή μ’ έκανε χρυσή να πάμε μαζί στη λαϊκή κι εγώ της έλεγα «τίιιι, εγώ θα ψάχνω αμπελοφάσουλα στους πάγκους;», αλλά τότενες δεν υπήρχαν σουανοτσόπς στο Ηράκλειο Κρήτης και το ψάξιμο του πάγκου ως event δεν είχε κανένα ενδιαφέρον.

Μέσα στον κήπο του 6 D.O.G.S. είχε άλλο ένα σημείο με σουαπνοτσοπράματα, όπου ήταν απλωμένα ρούχα σε ένα σκοινί – μπουγάδα (όπως φιλιππινέζα Άντζελας Δημητρίου) και σε 2-3 μακρόστενους πάγκους. Τριγύρω χαρούμενοι Αθηναίοι τηρούσαν στη λιακάδα το ιερό τρίπτυχο ξάπλα – εφημερίδα – καπουτσίνο φρέντο, μετά από μια βδομάδα μπίρι μπίρι για τον καιρό και πολλά ριφρές στο accuweather (δυο βδομάδες έχω τα λαιμά μου, πότε θα φτιάξει γαμώ την Κάντι-Κάντι).

Στο σουαπνοτσόπ κατέληγαν κατά ομάδες και πολλοί που επέστρεφαν από την ποδηλατοπορεία (πρώτο χρονικά major event της Κυριακής). Η Μ, ο Σ και η Λ ήρθανε απ’ το Τουρ Ντ’ Ατέν να με μαζέψουμε την ώρα που άδειαζαν οι βαλιτσάρες επί των πάγκων.

Ο πλήθος πύκνωνε όσο περνούσε η ώρα, ήτο δε πολυσυλλεκτικό, ωσάν το εναποθέματα των πάγκων. Which means:

· Κοπέλες «της ηλικίας μας». More or less (οι less είναι πιο πολ-λές απ’ όσο νόμιζα, σαφρακιάζω και δεν το καταλαβαίνω, τα ‘πες μωρή γρουσούζα, Τάνια Τσανακλίδου, τα ‘πες). Όσες δεν είχαν την απορία εντυπωμένη στο βλέμμα και δεν αναρωτιόταν σιωπηλά, αλλά εμφανώς, «πόσο να κάνει το κομμάτι», ήξεραν περί τίνος επρόκειτο και έσκαβαν μεθοδικά.

· Κυρίες πιο μεγάλης ηλικίας (50 συν), που τους άρεσε το concept (μπορεί και να είχαν ξανάρθει σε προηγούμενες διοργανώσεις), το έμαθαν από τα παιδιά τους στο facebook ή είναι χιπστερομάνες/ χιπστεροθείες και ψάχνονται για τέτοια events.

· Κορίτσια γυμνασίου (με συνοδεία ή από μόνα τους), για να πιάσουνε τόπο τα extra small (ποτέ δεν το ‘βαλα αυτό το size, 27 χρόνια βαρυκόκαλη).

· Μεγάλες κυρίες (60 συν), που μάλλον έκαναν απ’ το πρωί βόλτες στην ευρύτερη περιοχή του ιστορικού κέντρου (τα καλά της σύνταξης), πέτυχαν τυχαία το event και έκατσαν να ψάξουν, φαινόταν όμως κάπως αμήχανες (τα κακά της σύνταξης), ωστόσο εντάχθηκαν στη διαδικασία και προφανώς τους άρεσε πολύ (ΚΑΙ ρούχα ΚΑΙ παπούτσια ΚΑΙ αξεσουάρ ΚΑΙ σύνταξη, σε ποιόν δε θα άρεσε).

· Φασιομπλόγκερζ, φασιοάικονζ, δημοσιογράφοι. Και άντρες. Κάποιοι εντός πνεύματος (έψαχναν, έβρισκαν), λίγοι πανικόβλητοιΧριστίνα, αν με ξαναφέρεις σε υπαίθριο ζάρα κυριακάτικα, χωρίζουμε»), κάποιοι γάβροι (δεν τους ενδιέφερε το ευρωπαϊκό μπάσκετ, δεν άντεχαν να δούνε την Πανάθα στις πεντέμισι κι είπαν να ξεπορτίσουν).

Καθίσαμε για λίγο (περίπου δύο ώρες), διότι το φαϊναλφόρ δε μπορούσε να περιμένει (κι ο χούλιγκαν αναδυόταν απ’ τα σωθικά μου στην επιφάνεια λεπτό το λεπτό). Το ευχαριστηθήκαμε πολύ το σουαπνοτσόπ (το «σ» πρόσεχε, λέωωω), γιατί σου δίνει τη χαρά της εξερεύνησης, την ικανοποίηση της εύρεσης και την ανακούφιση της προσφοράς σε κάποιον άλλο, ο οποίος βρίσκει χρησιμότητα σε κάτι που εσύ έχεις ξεχάσει από καιρό κάτω από ένα βουνό ρούχα, ένα κοντέινερ μπιζού και μια ντουλάπα παπούτσια.

Την επόμενη φορά, μην το χάσετε. Όπως δεν το ‘χασε και η Πανάθα στον τελικό.

Ετικέτες

35 36 37 38