01 02 03 Dear All, I've got some news: Κινητό είν’ αυτό που χτυπάει; Όχι, γκιώνης (ήθελα Πάσχα στη φύση). 04 05 15 16 19 20 21 22 23 24 25 26 27 28 31 32 33

Κινητό είν’ αυτό που χτυπάει; Όχι, γκιώνης (ήθελα Πάσχα στη φύση).

34

Ντίαρ ολ,

Φέτος το Πάσχα, πήγαμε στη φύση, στην Ιθάκη. Η Α με κάλεσε στο εξοχικό τους, στο Κιόνι, που βρίσκεται στη βορειοανατολική του νησιού, έχει σπιτάκια με κεραμίδια, γαλαζοπράσινα νερά και δεκάδες φουντωτές γάτες (κανένα σκύλο).

Τη Μεγάλη Πέμπτη φύγαμε για την Πάτρα, παρέα με ένα εκατομμύριο Έλληνες. Εννοείται ότι η διάρκεια του ταξιδιού ξεπερνούσε τη διάρκεια και των 12 Ευαγγελίων μαζί, οπότε no churching, μόλις τέλειωσε το μαρτύριο της μετακίνησης πήγαμε στην παράσταση όπου συμμετείχε η Μ, στο Παλιό Δημοτικό Νοσοκομείο της Πάτρας, στην Άνω Πόλη. Η παράσταση περιλάμβανε διήγηση των Θείων Παθών, με αποσπάσματα από τα Ευαγγέλια και σύγχρονα λογοτεχνικά κείμενα. Το μεγαλοβδομαδιάτικο patchwork διανθιζόταν από τραγούδια για μια φωνή, ένα πιάνο κι ένα ηρεμιστικό (ανά θεατή). Το event είχε στηθεί στον περίβολο του Παλιού Δημοτικού Νοσοκομείου, ο οποίος είναι γεμάτος με οπωροφόρα δέντρα, πάνω στα οποία οι συντελεστές είχαν τοποθετήσει κεράκια, για να ζεστάνουν την ατμόσφαιρα και να τεστάρουν τον κόσμο, πόση διήγηση αντέχει μέχρι ν’ αυτοπυρποληθεί.

Οι ηθοποιοί στεκόταν πάνω από ένα κόκκινο ξύλινο τραπέζι με μπεζ τραπεζομάντιλο και κόκκινο ανέμελα ριγμένο κουρτινοειδές ύφασμα, γιατί παράσταση χωρίς Χυτήρογλου είναι σαν δάσος χωρίς έλατο. Δίπλα από τους ηθοποιούς στεκόταν η τραγουδίστρια με τον πιανίστα – καταπιεσμένο ιερέα και παραδίπλα ο ηχολήπτης, που κατέβαζε τις amstel δυο δυο, από την αγωνία του μη και δεν αναστηθεί φέτος ο Κύριος. Οι φωτισμοί ήταν κόκκινοι και χρυσοί, ενώ τα μεγάφωνα είχαν τοποθετηθεί μέσα στον κήπο, για να θυμάσαι στα στοναρίσματα το κροτάλισμα του τέρατος του Lost.

Γύρω από τους ηθοποιούς είχε καμιά δεκαπενταριά καρέκλες, για τους ριψοκίνδυνους θεατές, που δε φοβόταν να πλησιάσουν σε απόσταση τριπόντου τον παπα-πιανίστα. Μέσα στον κήπο είχε πιο πολλά καθίσματα, για να αισθάνονται οι θεατές την ανοιξιάτικη δροσούλα της Πάτρας και για να μάθουν οι ειδικευόμενοι ορθοπεδικοί του νοσοκομείου στο Ρίο ν’ αντιμετωπίζουν κρυοπαγήματα.

Οι ηθοποιοί απήγγειλαν, με μουσική μπουχάρα τον παπα-πιανίστα, πεζά και ποιήματα, από τα οποία ξεχωρίσαμε Ελύτη (το ‘χε σ’ ένα επεισόδιο στους «Δυο Ξένους») και Ρίτσο (το διδαχθήκαμε για τις Πανελλήνιες). Κι εκεί που έστρωνε λίγο το κείμενο, να ‘σου ο παπα-πιανίστας ν’ αρπάει ο μικρόφωνο και να λαλάει το Ευαγγέλιο, μέσα στο πάθος και την κατάνυξη. Η τραγουδίστρια προσπαθούσε να βγάλει μια φωνίτσα, αλλά το δροσερό αεράκι της κρύωνε τις φωνητικές χορδές και την κόμπλαρε, και να’ σου χαρά ο παπα-πιανίστας που δεν του ‘κλεβε η έντεχνη την παράσταση (χριστιανική αλληλεγγύη μεταξύ συντελεστών).

Όσοι θεατές δεν άντεχαν να γελάνε άλλο κάτω απ’ τα κασκόλ, προφασιστήκανε ότι είχαν να στολίσουνε τον Επιτάφιο κι εξαφανίστηκαν μέχρι να πει ο παπα-πιανίστας «Ηλί – Ηλί» (αν είσαι θρησκευόμενος σώζεσαι τελικά). Η Ν και η Σ που είχαν πάει από την αρχή της παράστασης επιβιώσανε διότι αγκαλιάσανε τις tote τους, κι όσο να πεις το σαγρέ το δέρμα κόβει κάτι στα 7 μποφώρ, ίσα για να γλιτώσεις την αντιβίωση.

Στο τέλος κάποιος φώναξε και «Εύγε» (μη χειρότερα, είχε έρθει και κόσμος από την Αθήνα γι’ αυτή την παράσταση). Ίσαμε να γίνουμε παγωτίνια φύγαμε για τα Ψηλά Αλώνια, στο πνεύμα των ημερών. Να την παρακαλάω τη Μ να μου πει ποιός ενέταξε τον παπα-πιανίστα στο σχήμα και να μη μου λέει…Δε θα σας τον φάμε, να τονε γνωρίσουμε στο Σεφερλή θέμε.

Τη Μεγάλη Παρασκευή το μεσημέρι πήραμε το πλοίο που κάνει το δρομολόγιο Πάτρα – Κεφαλονιά – Ιθάκη και πίσω. Ταξιδεύαμε με την οικογένεια της Α και 5 κιλά νηστίσιμα αρτοσκευάσματα, σε περίπτωση που μας πέσει η πίεση και κινδυνέψουμε να πάμε τα ίσα κάτω από τη γέφυρα, μέσα στο τρικυμιώδες Ιόνιο. Στα χνάρια της τριχωτής Πενέλοπε Κρουζ, περάσαμε απ’ τη Σάμη (οι κάτοικοι ξέρουν ότι ο Γιέτι υπάρχει και προ δωδεκαετίας ήταν εκεί σε γύρισμα, να τους καταπίνει τα Veet) και φτάσαμε μετά από 4 ώρες στο λιμανάκι της Ιθάκης, τον Πίσω Αετό (ποτέ δεν με πήγανε να δω τον Μπροστά Αετό, ωραία φιλοξενία).

Το νησί είναι καταπράσινο, ήσυχο και βέρυ βέρυ yoga friendly. Στο λιμανάκι του Κιονιού, όπου το καλοκαίρι αράζουν τα ιστιοπλοϊκά τους πλούσιοι Ιταλοί με resort Ferragamo, έχει 3 ταβέρνες και άλλο ένα μαγαζί – καφετέρια – καφενείο – κλαμπ – ίντερνετ καφέ – πολυχώρο – πολιτιστικό κέντρο, όπου θα είχαμε κατασκηνώσει όλο το τετραήμερο, αν δεν ήταν και οι έρμοι οι γονείς της Α και του Α, να περιμένουνε στο σπίτι.

Πήγαμε στα εγκώμια καλά προετοιμασμένοι, είχα πάρει και βιβλιαράκι με τις ψαλμωδίες (χωρίς μικυμάους από μέσα), 4,5€ το βιβλιαράκι, 4 με την έκπτωση από βιβλιοπωλείο στη Σόλωνος, παρά τη high season και την – θεωρητικά – υψηλή ζήτηση (οι γριές έχουν τα ίδια εδώ και 30 χρόνια και κανείς δεν αγοράζει, μάλλον). Σε πολλά σημεία το ‘χανα βέβαια και ρώταγα την Α «πού είμαστε», όπως στο σχολείο, την ώρα της λογοτεχνίας, που έστριβα τσιγάρα του αποπίσω (και δε μπορούσα να κάνω δυο δουλειές ταυτόχρονα). Στα εγκώμια ο παπάς ήταν άψογος frontman, στις τελευταίες στροφές του «Άξιον εστί» έλεγε «όλοι μαζί», με τα σκονάκια τους συμμετείχαν κι οι πιστοί, θυμήθηκα μια χρονιά στο χωριό που μ’ έβαλε η ξαδέρφη μου με το ζόρι να ψάλω κι εγώ με τα κορίτσια κι ανοιγόκλεινα το στόμα μου (οικογένεια μισοί ορθόδοξοι, μισοί αγνωστικιστές και έντονη διάδραση με τους δεύτερους, ίσον ρεζίλι στις γιορτές).

Ζήσαμε χωρίς ΑΛΤΙΣ όλη τη Μεγάλη Παρασκευή, να στενοχωριούνται οι γονείς της Α «που έχει ψωμολυσσάξει το παιδί», ήθελα όμως να μπω στο πασχαλινό mood, γιατί κάθε χρόνο μέσα στη Μεγαλοβδομάδα πάω στο βαφτιστήρι μου που έχει πατέρα βοσκό και τρώμε ντολμάδες με κιμά και κατσίκα βραστή και το ‘χω κρίμα μεγάλο στο λαιμό μου (τα βαφτίζουμε όλα ραπανάκια).

Το βράδυ της Ανάστασης πήγαμε στην εκκλησία νωρίς, με το βιβλιαράκι πάντα, με το οποίο είχα δεθεί πολύ συναισθηματικά, ειδικά όταν τρώγανε τις λέξεις οι ψάλτες, έκανα και συντακτική ανάλυση στο κείμενο (πάλι τις Πανελλήνιες σκεφτόμουνα, βρε κακό πασχαλιάτικα, δέκα χρόνια μετά), καταλάβαινα τί λέγανε σε κάθε περίπτωση και δεν έπρηζα την Α «για ποιόνανε λέει τώρα».

Κάναμε την Ανάσταση, κάθισα για πρώτη φορά στο άφτερ, ο παπάς σόλαρε μεν, έκοβε ό,τι μπορούσε δε, γιατί τον είχε κόψει αυτόν η πείνα, έμαθα ότι γίνεται κανονική λειτουργία και μετάληψη (ρώτησα την Α γιατί δεν πήγε να μεταλάβει, αφού νήστευε και με αποστόμωσε «γιατί δεν έχω εξομολογηθεί», «άει μαρή, τι να εξομολογηθείς, τί αμαρτίες έχεις, που μας έλεγες πότε μπαινόβγαινε η Μακρυπούλια, όταν έμενε με το Χατζηγιάννη στο Κολωνάκι, αυτό δεν είναι αμαρτία, είναι κοινωνική προσφορά»).

Μετά την εκκλησία, στο σπίτι, ο μπαμπάς της Α ξεκίνησε να λέει μια προσευχή γύρω από το πασχαλινό τραπέζι και ο θείος της ήταν να πέσει τ’ ανάσκελα από τη μυρωδιά του αρνιού («πρόεδρε, συντόμευε»). Λιτά κι απέριττα φάγαμε (δε μου κουμπώνει κανένα τζην), και το βράδυ και την επόμενη μέρα, η Α με τον Α βγήκανε, εγώ είπα να κοιμηθώ, διότι όταν βρίσκεις ησυχία, δεν την αφήνεις εύκολα.

Μετά από 23 καφέδες (αδελφές κάψουλες νεσπρέσο – all of them George) γυρίσαμε στο σπίτι την Κυριακή το βράδυ, διαβάσαμε λίγο εφημερίδα, ρωτάει η μαμά της Α τον μπαμπά της για το cd με το Μίκη Θεοδωράκη «το θέλεις αυτό;», της απαντάει ο άνθρωπος «εγώ του Χριστόδουλου θέλω», κονόμησε η Α το Κάντο Χενεράλ, χάσαμε εμείς την ακρόαση του μακαριστού.

Επιστρέφοντας τη Δευτέρα με το ένα εκατομμύριο Έλληνες που είχαμε φύγει την Παρασκευή, βγάλαμε τ’ άντερά μας στο καράβι (εγώ δηλαδή, οι υπόλοιποι μέσα στην αναισθησία, όλη την ώρα έξω για τσιγάρο, να τους το σβήνει ένα κύμα, ίσαμε κει πάνω). Έτρεχε ο θείος Ν με το φίατ να προκάμουμε το ΚΤΕΛ των 8 και τέταρτο, μας πήγε στο σταθμό, έκλεισε και μ’ ένα γκράντε φρενάρισμα το δρόμο μπροστά από το λεωφορείο του Αιγίου, μπας και καταφέρουμε να μπούμε στο εξπρές (τηλέφωνο για βόμβα δεν πήρε), όλα ήτανε φουλ και περιμέναμε μέχρι τις 9 τελικά (κρίμα η φθορά που έπαθε ο άνθρωπος στα λάστιχα).

Κι εκεί στην Αθηνών – Πατρών, έγινε άλλο ένα θαύμα, μετά από αυτό της Ανάστασης: το ένα εκατομμύριο Έλληνες του καραβιού εξαφανίστηκε κι απομείναμε τόσο λίγοι, όσο να φτάσουμε στην Αθήνα σε 3 ώρες. Το μόνο θαύμα που δεν έγινε ήταν να χάσουμε τα κιλά που πήραμε, παρά το ότι ο θείος Ν υποστήριζε πως οι θερμίδες χάνονται μέσα από την τρύπα των στρογγυλών πασχαλινών κουλουριών. Ο μακαριστός τι άποψη να ‘χε για το θέμα αυτό; Ποτέ δε θα μάθουμε. Και ποτέ δε θα τα χάσω τα ρημάδια.

Ετικέτες , ,

35 36 37 38